Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1940. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ. ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ

158 στροφὲς συνθέτουν τὸν Ὕμνο, ὅπου ἡ Ἐλευθερία ταυτίζεται μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Οἱ θεματικὲς ἑνότητες ποὺ περιλαμβάνονται στὰ ἐπιλεγμένα ἀποσπάσματα εἶναι ἡ ἀρχαία λαμπρότητα, τὰ δεινοπαθήματα τῆς σκλαβιᾶς, ἡ ἀπήχηση τοῦ ἀγῶνα, οἱ κορυφαῖες στιγμὲς τῆς Τριπολιτσᾶς καὶ τοῦ Μεσολογγίου, οἱ νικηφόρες μάχες στὴ θάλασσα καὶ τέλος ἡ σπαρακτικὴ ἔκκληση τῆς Ἐλευθερίας πρὸς τοὺς Ἕλληνες γιὰ ὁμόνοια καὶ ἀδερφοσύνη. Ὁ μεγάλος μουσουργὸς Νικόλαος Μάντζαρος, προσωπικὸς φίλος τοῦ ποιητῆ Σολωμοῦ, συνέθεσε μουσικὴ γιὰ 24 στροφές. Οἱ δυὸ πρῶτες νομοθετήθηκαν τὸ 1856 ὡς ὁ Ἐθνικὸς Ὕμνος τῆς Ἑλλάδας.

ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΕΣΤΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ

1
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
2
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
3
Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.
4
Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.
6
Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,
7
κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.
8
Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.
9
Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή,
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.
11
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.
12
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ῾βρης τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.
13
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.
14
Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.
15
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!
16
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
17
Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,
18
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοὴ
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνὴ1
19
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.
20
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,
21
μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικὰ
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.
22
Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.
23
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
καὶ τὴ χήτη του τινάζει
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.
24
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.
25
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.
26
Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·
27
καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.
28
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·
29
σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
εὐκολόσβηστον ἀφρό,
30
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνια κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.
32
Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.
33
Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·
34
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.
35
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.
36
Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ,
καὶ ἂς εἶναι ἅρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.
37
Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;2
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.
39
Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.
40
Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τὰ αἵματα γιατί;
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.3
41
Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.
42
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.4
43
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.
44
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.
45
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,
47
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·
48
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.
49
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.
51
Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.
53
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.
55
Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά,
56
καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.
57
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.
58
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.
59
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ.
60
Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.
61
Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.
62
Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.
63
Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.
66
Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;
67
Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.
68
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».
69
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».
70
Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.
71
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.
72
Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.
73
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι5
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό.
74
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
75
Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·
76
εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·
77
τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.
78
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς.
79
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.
80
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πεῖναν καὶ θανατικὸ
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό·
81
καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.
82
Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.
83
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,6
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·
84
στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.
85
H ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.
86
Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.
87
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
88
Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι7
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.
89
Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό,
90
«σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.8
91
Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.
92
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.
93
Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.
94
Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·
95
λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.
96
Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·
97
μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».
98
Αὐτὸς λέγει… «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·9
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;
99
»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.
100
»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὅρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς,
101
»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».
102
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;
103
H γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τὴ μισόχριστη σπορά.
104
Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,10
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ
106
ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.
108
Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.
109
Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·
110
κεφαλὲς ἀπελπισμένες
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορά.
111
Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.
112
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό·
113
Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.11
115
Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένη,
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ.
116
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.
117
Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός.
118
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,
119
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·
120
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,12
121
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.
122
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
123
Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
124
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.
125
Μὲ βρυχίσματα σαλεύει,
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.
126
Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.
127
Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
128
Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.
129
Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς
130
μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,13
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.
133
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.
134
Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε14
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.
135
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.
136
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ
137
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.
138
Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.
139
H καρδιὰ συχνοσπαράζει…
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.
140
Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ:
141
«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.
142
»Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.
143
»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ.
144
»H Διχόνια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.
145
»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.
146
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.
147
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».
148
»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.
149
»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.
150
»Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ.
151
»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!…
Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.
152
»Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.
153
»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.
154
»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».
155
»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.
156
»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.
157
»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθεριὰν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;
158
»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ

Ὁ μήνας Ὀκτώβριος εἶναι ἕνας μήνας ἐθνικά φορτισμένος. Ἡ ἐπέτειος τῆς 28ης αὐτοῦ τοῦ μηνός, μιά ἀπό τίς κορυφαῖες ἐθνικές μας γιορτές, ἀποτελεῖ κάθε χρόνο εὐκαιρία ἐνισχύσεως τῆς ἱστορικῆς μας μνήμης καθώς μᾱς δίνεται ἡ δυνατότητα ν' ἀνατρέξουμε στή δύσκολη ἀλλά καί ἡρωική ἐκείνη περίοδο τοῦ 1940 - 44, τήν περίοδο τῆς τριπλῆς κατοχῆς τῆς χώρας μας ( Ἰταλικῆς, Γερμανικῆς καί Βουλγαρικῆς ) καί στό Ἔπος πού ἔγραψε μέ τό αἷμα καί τή θυσία του ὁ Λαός μας μέ τήν Ἀντίστασή του στούς κατακτητές. Κατά τήν περίοδο αὐτή, ὅπως ἄλλωστε καί σέ κάθε χρονική περίοδο ἀγώνων τοῦ Ἔθνους μας, ἱστορικός ὑπῆρξε καί ὁ ρόλος, τόν ὁποῖο διεδραμάτισε ἡ Ἐκκλησία μας καί τεράστια ἡ συμβολή της στή σωτηρία τοῦ Λαοῦ καί τοῦ τόπου. Ὁ ρόλος αὐτός εἶναι καταγεγραμμένος στίς σελίδες τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους μας καί προσφέρεται σέ κάθε ἀντικειμενικό ἐρευνητή προκειμένου νά τόν μελετήσει. Καί ἀποτελεῖ αὐτή ἡ καταγραφή τήν πιό σαφῆ καί τεκμηριωμένη ἀπάντηση σέ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καί προσφάτως ἀκόμη, μίλησαν γιά οὐδετερότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ποιμένων της κατά τήν περίοδο ἐκείνη καί γιά ἀπουσία τους ἀπό τούς ἐθνικούς ἀγῶνες.


Οἱ Ἀρχιεπίσκοποι Χρύσανθος καί Δαμασκηνός
 Ἡ διερεύνηση ὅμως τῆς ἱστορίας μᾱς παρέχει τή δυνατότητα, χωρίς ὑπερβολή νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία καθ' ὅλην αὐτή τήν περίοδο στάθηκε ὁ φύλακας ἄγγελος τοῦ πονεμένου Λαοῦ, τό λιμάνι τῆς παρηγοριᾱς του καί ὁ θύλακας τῆς σωτηρίας του. Τό προνοιακό καί λαοσωτήριο ἔργο της ἔχει ἤδη προσλάβει τίς διαστάσεις ἑνός ἱστορικοῦ Ἔπους, ὅμοιο τοῦ ὁποίου δέν μπορεῖ νά συναντήση κανείς πουθενά ἀλλοῦ.... Στίς δύσκολες ὧρες τῆς Κατοχῆς ἡ Ἐκκλησία μας εὐτύχησε νά ἔχη στό πηδάλιό της διαδοχικά Προκαθημένους, τόν Χρύσανθο καί τόν Δαμασκηνό, ἄνδρες μέ πίστη, τόλμη, παρρησία καί σθένος, πού ὁ καθένας τους προσέφερε στήν Ἐθνική Ἀντίσταση ὑπηρεσίες μοναδικές.
Ἡ πρώτη ἀντιστασιακή πράξη στήν κατεχόμενη Πατρίδα μας ἦταν ἀναμφισβήτητα ἡ σθεναρή καί ἀπόλυτη ἄρνηση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσάνθου νά " παραδώση " συμβολικά, ὡς μέλος Ἐπιτροπῆς, τήν πόλη τῶν Ἀθηνῶν στούς Γερμανούς κατακτητές. Καί ἀκολούθησαν οἱ σημαντικές ἀρνήσεις του νά προστῆ δοξολογίας στή Μητρόπολη, ἐπί τῇ ἀφίξει τῶν κατακτητῶν καί νά ὁρκίση τήν ἀπό αὐτούς σχηματισθεῖσα Κυβέρνηση Τσολάκογλου. Οἱ πράξεις αὐτές κρινόμενες μέ τά μέτρα τῆς τότε ἐποχῆς, συνιστοῦν σπάνιο φαινόμενο ὑψηλοῦ πατριωτικοῦ καί ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους, πού ἀναδεικνύει τόν Χρύσανθο ἀντάξιο τοῦ Ἑλληνικοῦ Κλήρου καί τῶν Ἑλλήνων Ἱεραρχῶν. Ἀλλά καί ὁ διαδεχθείς τόν Χρύσανθο νέος Ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός ὑπῆρξε καί αὐτός ἀντάξιος τῶν περιστάσεων. Αὐτός ὠργάνωσε μέ καταπλήσσουσα μεθοδικότητα ἕνα πανελλήνιο δίκτυο παροχῆς βοήθειας στούς Ἕλληνες, τόν ΕΟΧΑ (Ἐθνικό Ὀργανισμό Χριστιανικῆς Ἀλληλεγγύης ), πού ὑπῆρξε ἡ μεγαλύτερη ἀντιστασιακή ὀργάνωση τῶν μετόπισθεν γιατί αὐτή ἐξασφάλισε στόν Λαό διατροφή, περίθαλψη, προστασία, σωτηρία, ἐπιβίωση. Ἡ Ἐκκλησία στά χρόνια ἐκεῖνα στάθηκε πιό κοντά στό Λαό καί ὡς φιλόστοργη Μητέρα ἀγκάλιασε καί προστάτευε τά παιδιά της. Ἀλλά καί πολλούς Ἑβραίους ἔσωσε ὁ Δαμασκηνός καί πολλοί ἄλλοι Ἱεράρχες ἐνῶ μέ τήν σπάνια διορατικότητά του ἔδρασε καταλυτικά ἐνώπιον τῶν κινδύνων. Ἔτσι, χάρις στήν τόλμη του, σώθηκε ἡ Θεσσαλονίκη ἀπό τά νύχια τῶν Βουλγάρων, ἀπεσοβήθη ἡ πολιτική ἐπιστράτευση τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ Ἐκκλησία δέν ὑποχώρησε σέ πιέσεις γιά ἀποδοκιμασία τῶν Ἀντιστασικῶν Ὁμάδων, καί στάθηκε στό ὕψος τῶν περιστάσεων καθημαγμένη μέν, ἀλλά ὑψηλόφρων καί ὑπερήφανη, ὅπως τά παιδιά της. ( 1 )

Οἱ Ἐπίσκοποι καί οἱ ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Κοντά στούς ἀρχιεπισκόπους Χρύσανθο καί Δαμασκηνό καί πολλοί Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρωτοστάτησαν στόν ἀγῶνα τοῦ Λαοῦ μας ἐναντίον τῶν κατακτητῶν, ἐνῶ τήν ἀμέριστη καί πολύτιμη συμπαράσταση τους στό ἀγωνιζόμενο Ἔθνος ἐξέφρασαν ποικιλοτόπως τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τά Παλαίφατα Πατριαρχεῖα, οἱ ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀλλά καί ὁ Ἑλληνισμός τῆς Διασπορᾱς. Οἵ Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πρωτοστατοῦν στό ἔργο τοῦ ΕΟΧΑ, προσφέρουν ἀπό τή μισθοδοσία τους στόν Πανελλήνιο Ἔρανο Κοινωνικῆς Πρόνοιας καί στήν Κεντρική Ἐπιτροπή Συσσιτίων, συμπαρίστανται στούς στρατευμένους καί τίς οἰκογένειές τους, τούς φυλακισμένους, τούς διωκομένους, διαμαρτύρονται μέ παρρησία γιά τίς βιαιότητες καί τίς ἐκτελέσεις τῶν Κατακτητῶν, τίς ὁποῖες δέν διστάζουν νά καταγγείλουν σέ κάθε εὐκαιρία. Κρύβουν, περιθάλπουν καί φυγαδεύουν τούς ἄνδρες τῆς Ἀντίστασης καί συνεργάζονται μέ τίς Ἀντιστασιακές Ὁμάδες. . Ὁ Ἰωαννίνων Σπυρίδων, ὁ Ἀττικῆς Ἰάκωβος, ὁ Φιλίππων καί Νεαπόλεως Χρυσόστομος, ὁ Δημητριάδος Ἰωακείμ, ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος, ὁ Ζιχνῶν Ἀλέξανδρος, ὁ Ἠλείας Ἀντώνιος, ὁ Θεσσαλονίκης Γεννάδιος, ὁ Θηβῶν καί Λεβαδείας Πολύκαρπος, ὁ Καρυστίας καί Σκύρου Παντελεήμων, ὁ Καστορίας Νικηφόρος, ὁ Κερκύρας Μεθόδιος, ὁ Σερβίων καί Κοζάνης Ἰωακείμ, ὁ Κορινθίας Μιχαήλ, ὁ Λευκάδος καί Ἰθάκης Δωρόθεος, ὁ Μαρωνείας καί Θάσου Βασίλειος, ὁ Μυτιλήνης Ἰάκωβος, ὁ Παραμυθίας Δωρόθεος, ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας Εἱρηναῖος, ὁ Σιδηροκάστρου Βασίλειος, ὁ Σύρου Φιλάρετος, ὁ Χαλκίδος Γρηγόριος, καί ὁ τότε νεαρός ἀρχιμανδρίτης καί μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Σεραφείμ, εἶχαν μέ τήν προσφορά του ὁ καθένας τή δική τους οὐσιαστική συμμετοχή στόν δίκαιο ἀγώνα τοῦ Λαοῦ μας.
Κοντά στούς ἐπισκόπους καί οἱ ἱερεῖς:
  • Προσεύχονται γιά τούς ἀγωνιζόμενους στρατιῶτες καί τίς οἰκογένειές τους. Ἐκφωνοῦν πύρινους λόγους μέ τούς ὁποίους ἐνθαρρύνουν καί παρηγοροῦν. Συμμετέχουν στίς διάφορες Ἐπιτροπές τῶν μετόπισθεν.
  • Γίνονται οἱ ἐμψυχωτές καί παρηγορητές τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων οἱ σύζυγοι καί τά παιδιά ἔπεσαν μαχόμενοι ὑπέρ Πατρίδος στό πεδίο τῆς τιμῆς καί τοῦ καθήκοντος.
  • Συμμετέχουν καί μοιράζονται τήν κατοχική πείνα καί δυστυχία μέ τό ποίμνιό τους, ἐνῶ βοηθοῦν ὅσο μποροῦν μέ ὅλες τους τίς δυνάμεις γιά τήν ἀντιμετώπιση τῆς πείνας καί τῆς δυστυχίας.
  • Εἶναι μεταξύ τῶν πρωτεργατῶν γιά τήν ἀπελευθέρωση τῆς κατεχόμενης καί δοκιμαζόμενης Πατρίδος, στήν πρώτη γραμμή τοῦ Ἀγῶνος, στό Μέτωπο, στίς μυστικές ὁμάδες Ἀντίστασης, στά νοσοκομεῖα, στά σανατόρια, στά σχολεῖα, στίς φυλακές, στά ὑπόγεια τῆς Γκεστάπο, στά στρατόπεδα, στούς τόπους ἐκτελέσεως, στά ὁλοκαυτώματα, στά συσσίτια, στίς διαμαρτυρίες.

Οἱ Στρατιωτικοί Ἱερεῖς
Μία ἀπό τίς πολλές πτυχές τῆς ἀνεκτίμητης προσφορᾱς τῆς Ἐκκλησίας μας στό Ἔθνος εἶναι καί αὐτή τῆς συμβολῆς καί προσφορᾱς τῶν Στρατιωτικῶν Ἱερέων καί στόν Ἀγώνα τοῦ 1940. Πρόκειται γιά τίς περιπτώσεις τῶν Κληρικῶν ἐκείνων πού κλήθηκαν νά ὑπηρετήσουν τήν Πατρίδα στήν περίοδο τοῦ Β! Παγκοσμίου Πολέμου, ὡς μόνιμοι ἤ ὡς ἔφεδροι Στρατιωτικοί Ἱερεῖς ἤ ὡς ἐθελοντές, ὑπερβαίνοντας τά εἰρηνικά τους καθήκοντα ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν, ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος. Ἀποστολή τους ἦταν νά εὑρεθοῦν κοντά στόν Ἕλληνα Στρατιώτη πού ἀγωνιζόταν ἡρωικά γιά τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδος, τήν ἀξιοπρέπεια καί τή διάσωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἐφαρμόζοντας τόν εὐαγγελικό λόγο " ὁ ποιμήν ὀ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων ". Ἡ Ἐκκλησία ἐγνώριζε τήν συμβολή καί τόν σπουδαῖο ρόλο τῶν Στρατιωτικῶν Ἱερέων καί κατά τίς κρίσιμες ὥρες πού διερχόταν τό Ἔθνος καί γιά νά ἐνισχύση τά στρατευμένα παιδιά τῆς Ἑλλάδος ἀπέστειλε στό Μέτωπο Διακόνους, Ἐφημερίους καί Ἱεροκήρυκες. Ἀπό ἐκείνους τούς Στρατιωτικούς Ἱερεῖς πολλοί ἦσαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μέ τό θυσιαστικό τους παράδειγμα καί τήν πνευματική τους δράση, ἔπεσαν ὑπέρ τῆς Πατρίδος, ἔγιναν ζωντανά παραδείγματα αὐταπαρνήσεως καί ἐλευθερίας καί συνέβαλλαν ἀποφασιστικά τόσο στήν ἐνίσχυση τοῦ ἠθικοῦ τῶν στρατιωτῶν, ὅσο καί στή νικηφόρα ἔκβαση τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων.

Ἡ Συμβολή τῶν Ἱ. Μονῶν
Τά Μοναστήρια τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί τῶν Ἐκκλησιῶν Κρήτης καί Δωδεκαννήσου, καθώς ἐπίσης καί τοῦ Ἁγ. Ὄρους, ἐκτός ἀπό τόποι προσευχῆς γιά τήν εὐόδωση τοῦ Ἀγώνα, ἀνέπτυξαν καί ἔντονη ἐθνική δράση καθώς ἀπέβησαν καταφύγια, τόποι συγκεντρώσεως καί ἀνεφοδιασμοῦ γιά τούς ἄνδρες τῶν Ἀντιστασιακῶν Ὁμάδων. Ἐκεῖ εὕρισκαν περίθαλψη, φιλοξενία, φαγητό καί ἀπ' ἐκεῖ φυγαδεύονταν. Ἄν δέν ὑπήρχαν τά μοναστήρια, ἴσως νά μήν εἶχε ἀναπτυχθῆ καί ἐνισχυθῆ ἡ Ἐθνική Ἀντίσταση. Ἦσαν τά κέντρα πού καλλιεργοῦσαν συνεχῶς τό πατριωτικό αἴσθημα τοῦ Λαοῦ. Αὐτό τό ἐγνώριζαν καί οἰ Ἀρχές Κατοχῆς, πού ὄχι μόνον διαμαρτύρονταν συνεχῶς πρός τήν Ἐκκλησία γιά τήν ἀντιστασιακή δράση τῶν Μονῶν, ἀλλά πολλές φορές, προέβαιναν σέ ἐπιθετικές ἐνέργειες ἐναντίον τους, τίς πυρπολοῦσαν, ἔκλεβαν τά κειμήλιά τους καί στή συνέχεια συνελάμβαναν, ἐφυλάκιζαν ἤ ἐκτελοῦσαν τούς Μοναχούς.
Ἐπιλογος
Χωρίς νά παραγνωρίζουμε τή σημασία τοῦ ἐνόπλου ἀγῶνος κατά τῶν Κατακτητῶν ἐκ μέρους τῶν Ἀνταρτικῶν Ὁμάδων πάνω στά βουνά, στόν ὁποῖο ἔχει τή μετοχή της καί ἡ Ἐκκλησία μέ στελέχη ὅλων τῶν βαθμίδων τοῦ Κλήρου, ἐπιθυμοῦμε νά ὑπομνήσομε γιά ἄλλη μιά φορά, ἐπίσημα καί ὑποβλητικά, ὅτι στά δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια πού τό Ἔθνος βασανιζόταν κάτω ἀπό τήν τριπλή Κατοχή, τόν μεγάλο Σταυρό τοῦ Μαρτυρίου ἀνέλαβε νά φέρη στούς ὤμους της ἡ Ἐκκλησία ὡς χρέος ἀπέναντι στήν ἱστορία της καί ὡς δεῖγμα στοργῆς της ἀπέναντι στά πάσχοντα παιδιά της. Καί εἶναι χρέος μας αὐτή τήν ἀλήθεια νά τήν διαλαλήσουμε γιά λόγους ἱστορικῆς δικαιοσύνης καί αἰώνιας μνήμης τῶν ἀθανάτων ἐκείνων μορφῶν πού πρωταγωνίσθησαν στόν ἰδιότυπο ἐκεῖνο ἀγῶνα τῆς Ἐκκλησίας.

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Ι.ΜΕΤΑΞΑΣ: Στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς καλεί, στο Γενικό Στρατηγείο (στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρεταννία") τους εκδότες και αρχισυντάκτες των εφημερίδων και "κεκλεισμένων των θυρών" τους ενημερώνει για το πώς φτάσαμε σε πολεμική αναμέτρηση με την φασιστική Ιταλία.

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 1940. Τρίτη μέρα του πολέμου. Τα στρατεύματά μας δεν έχουν περάσει ακόμη στην αντεπίθεση. Οι Ιταλοί διατηρούν την πρωτοβουλία. Στον παραλιακό τομέα και στην Πίνδο προχωρούν. Μόνο στο κέντρο, στην γραμμή Καλαμάς-Καλπάκι έχουν αναχαιτισθεί.
Στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς καλεί, στο Γενικό Στρατηγείο (στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρεταννία") τους εκδότες και αρχισυντάκτες των εφημερίδων και "κεκλεισμένων των θυρών" τους ενημερώνει για το πώς φτάσαμε σε πολεμική αναμέτρηση με την φασιστική Ιταλία.
Ο διοπτροφόρος πρεσβύτης, που το παρουσιαστικό του δεν έχει τίποτε το επιβλητικό, δεν είναι εκείνη την κρίσιμη ώρα, ο δικτάτωρ του "αποφασίζομεν και διατάσσομεν". Είναι ο ηγέτης μιας μικρής χώρας που έχει αποδυθεί σε αγώνα υπάρξεως. Ο ηγέτης ενός λαού που διεξάγει αγώνα υπέρ βωμών και εστιών. Ο ηγέτης που, εδώ και τρεις μέρες, σηκώνει στους ώμους του το συντριπτικό βάρος μιας ιστορικής αποφάσεως και μιας ευθύνης τρομακτικής.
Τα άγρια χαράματα της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου, η Ιστορία χτύπησε την πόρτα του μικροαστικού σπιτιού του. Τον βρήκε μόνον. Κατάμονο. Ούτε ένας επιτελής κοντά του. Ούτε ένας υπασπιστής δίπλα του. Ενώπιος ενωπίω! Η Ιστορία αναμένει επιτακτικά μια απάντηση. Θα την δώσει αυτός. Χωρίς να ζητήσει κάποιων άλλων τις γνώμες, τις σκέψεις, τις συμβουλές. Συγκλονιστικό το ραντεβού με την Ιστορία. Λιγόλεπτη καταλυτική δοκιμασία. Το πνεύμα συντρίβει την ύλη. Η ψυχή ορθώνεται πανίσχυρη, απαλλαγμένη από αδυναμίες, δισταγμούς και αμφιβολίες. Λυτρωμένη από μνησικακίες, πάθη και μικροψυχίες.
Όταν ο Μεταξάς θα προφέρει το ΟΧΙ θα είναι πλέον ένας άνθρωπος ανανεωμένος. Αψεγάδιαστος. Περήφανος. Μεγάλος. Αποφασισμένος για όλα. Επιβλητικός. Έτσι θα παρουσιαστεί μπροστά στους εκπροσώπους του Τύπου.
Σαν να προαισθάνεται ότι το τέλος της ζωής του πλησιάζει, εμπιστεύεται στους δημοσιογράφους τις πιο ενδόμυχες σκέψεις του. Τις "εξομολογήσεις του".
Δεν πρόκειται για μια ψυχρή "ενημέρωση Τύπου". Το τονίζει ο ίδιος. Δεν θέλει μόνο την πένα τους. Θέλει και την ψυχή τους.
Το κλίμα έχει αλλάξει. Μέσα σε λίγες ώρες, το πρωινό της πρώτης μέρας του πολέμου, συντελείται μια δραματική μεταβολή στο καθολικό υποσυνείδητο του λαού μας. Μια αλλαγή στην στάση του απέναντι στον πρωθυπουργό. Η απειλή από τον άνανδρο επιδρομέα θα συσπειρώσει όλους τους Έλληνες στο πλευρό του Μεταξά. Του Μεταξά που θα επηρεασθεί και αυτός από την αλλαγή του κλίματος. Τις κρίσιμες εκείνες στιγμές λαός και κυβερνήτης ξεχνούν το παρελθόν.
Ο μέχρι χθες δικτάτωρ περιβάλλεται την αίγλη του ηγέτη. Είναι ο αρχηγός. Ο οδηγός. Αυτός θα διευθύνει τον αγώνα. Εμπνεόμενος από τον ηρωισμό του λαού μας θα τον οδηγήσει στις υψηλότερες κορυφές των ιστορικών πεπρωμένων του. Ο δρόμος θα είναι τραχύς. Η πορεία δύσκολη. Το ξέρει. Και θέλει να επανασυνδεθεί με τον λαό. Να του μιλήσει. Να τον βεβαιώσει ότι με την ένταξη στο στρατόπεδο των Δυτικών Δημοκρατιών, εγκαταλείπεται η ιδεολογική συγγένεια του καθεστώτος με τις δυνάμεις του Άξονος. Οι άνθρωποι του Αθηναϊκού Τύπου θα μεταφέρουν τις σκέψεις του στον λαό.
Η ομιλία του είναι σύντομη. Εξηγεί τις προσπάθειες που κατέβαλε για να "προφυλάξει τον τόπο". Να τον κρατήσει μακριά από την πολεμική σύγκρουση και την αιματοχυσία. Τονίζει ότι η πολιτική της αυστηράς ουδετερότητας ήταν αναγκαία και την ακολούθησε πιστά.
Αναφέρει τα τραγικά για το Έθνος και τον Ελληνισμό αποτελέσματα που θα είχε μια εκούσια προσχώρηση της χώρας στο στρατόπεδο του Άξονος.
Με την πικρή πείρα, από τον Εθνικό Διχασμό του 1915-22, τονίζει ότι μεγαλύτερος κίνδυνος για τη χώρα -χειρότερος και από ενδεχόμενη πρόσκαιρη υποδούλωσή της- είναι η διαίρεσή της. (Διαίρεση την οποίαν, δυστυχώς, δεν θα αποφύγει ο τόπος κατά την διάρκεια της ματωμένης οκταετίας 1942-49.)
Καταθέτει την πεποίθησή του ότι οι Γερμανοί, τελικώς, θα ηττηθούν.
Αναλαμβάνει την ευθύνην διά την "εξόχως σοβαράν απόφασιν" να μην κηρύξει πρόωρα επιστράτευση, παρά τις επανειλημμένες εισηγήσεις του Γενικού Επιτελείου.
Οραματίζεται την ικανοποίηση των εθνικών μας διεκδικήσεων, μεταπολεμικώς, και τελειώνει με την βεβαιότητα ότι "...η Ελλάς θα υποφέρει... (αλλά) τελικώς θα εξέλθει όχι μόνον ένδοξος αλλά και μεγαλύτερη...".

22 Ιανουαρίου 1995
Γιάννης Λ. Μπακούρος

Η ανακοίνωσις του Ι. Μεταξά

Κύριοι,
Έχω λογοκρισίαν [1] και ημπορώ να σας υποχρεώσω να γράφετε μόνον ό,τι θέλω. Aυτήν την ώραν όμως δεν θέλω μόνον την πέννα σας. Θέλω και την ψυχήν σας. Γι' αυτό σας εκάλεσα σήμερα για να σας μιλήσω με χαρτιά ανοιχτά. Θα σας ειπώ τα πάντα. Θα σας ειπώ ακόμη και τα μεγάλα μου πολιτικά μυστικά. Θέλω vα ξέρετε και σεις όλα τα σχετικά με την εθνικήν μας περιπέτεια ώστε να γράφετε, όχι συμμορφούμενοι προς τας οδηγίας μου, αλλά εμπνεόμενοι εις την προσωπική σας πίστιν από την γνώσιν των πραγμάτων.
Σας απαγορεύω να ανακοινώσητε σχετικά το παραμικρόν σ' οποιονδήποτε. Απολύτως και γιά οιονδήποτε λόγον. Κάθε παράβασις αυτής της εντολής μου θα έχη δια τον υπεύθυνον -και να είσθε βέβαιοι ότι θα ευρεθή ο υπεύθυνος- τας συνεπείας τας οποίας πρέπει να έχη σε πόλεμο ζωής ή θανάτου του Έθνους η προδοσία ενός μεγάλου μυστικού, έστω και αυτό αν έγινε από αφέλεια, χωρίς την παραμικρή κακή πρόθεσι. Φυσικά έχω τον λόγον σας...
Mη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μην φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει δια να τον αποφύγωμε.
Από την εποχήν της καταλήψεως της Αλβανίας το Πάσχα πέρυσι το πράγμα άρχισε να φαίνεται. Από τον περασμένο Μάιο είπα καθαρά στον κ. Γκράτσι [2] ότι αν προσεβαλλόμεθα εις τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα ανθιστάμεθα αντί πάσης θυσίας και δι' όλων των μέσων. Συγχρόνως όμως μου ήρχοντο από την Ρώμην, από την Βουδαπέστην, από τα Τίρανα, από παντού πληροφορίαι αντίθετοι [3].
Εις τας 15 Αυγούστου έγινεν ο τορπιλλισμός της ΕΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ότι από την πρώτην στιγμήν διεπιστώθη ότι το έγκλημα ήτο Ιταλικόν. Εν τούτοις δεν επετρέψαμεν να γνωσθή ότι είχομεν και τας υλικάς πλέον αποδείξεις περί της εθνικότητος του εγκληματίου [4]. Συγχρόνως όμως διέταξα τα αντιτορπιλικά τα οποία συνώδευον τα πλοία που μετέφερον τους προσκηνητάς από την Τήνον μετά το έγκλημα, άν προσβληθούν από αεροπλάνα ή οπωσδήποτε άλλως να κάμουν αμέσως χρήσιν των όπλων των.
Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον. Μου διεμηνύθη εκ μέρους τον Χίτλερ, η σύστασις να αποφύγω οιονδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίαν πρόκλησις. Έκαμα το πάν δια να μη μπορούν οι Ιταλοί να εμφανισθούν ως δυνάμενοι να έχουν όχι αφορμάς ευλόγους, αλλ' ούτε ευλογοφανές παράπονον εκ μέρους μας, αν και από την πρώτην στιγμήν αντελήφθην τι πράγματι εσήμαινεν η όλως αόριστος σύστασις του Βερολίνου. Σεις καλύτερον παντος άλλου γνωρίζετε ότι έκαμα το πάν δια να μη δώσωμεν αφορμήν εμφανίσεως της Ιταλίας ως δυναμένης να έχη ευλογοφανείς καν αφορμάς αιτιάσεων. Λόγω του επαγγέλματός σας έχετε παρακολουθήσει εις όλες τις λεπτομέρειες την ιστορίαν των ατελειώτων ιταλικών προκλήσεων δημοσιογραφικών και άλλων, αλλά και την χριστιανικήν υπομονήν την οποίαν ετηρίσαμεν, προσποιούμενοι ότι δεν τις καταλαβαίνουμε, περιοριζόμενοι μόνον σε δημοσιογραφικάς ανασκευάς των ιταλικών εναντίον μας κατηγοριών [5].
Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πώς καθήκον μου ήτο να δω εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τοv τόπον από αυτόν έστω και δια παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα συμβιβάζετο με τα γενικώτερα συμφέροντα του Έθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατευθυνσιν τον Άξονος μου έδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορουσε να είναι μία εκουσία προσχώρησιν της Ελλάδος εις την "Νέαν Τάξιν" [6]. Προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ "ως εραστήν του Ελληνικού πνεύματος".
Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπήγετο φυσικά θυσίας τινάς δια την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως "ασήμαντοι" εμπρός εις τα "οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα" τα οποία θα είχεν δια την Ελλάδα ή Νέα Τάξις εις την Ευρώπην και εις την Βαλκανικήν. Φυσικά με πάσαν περίσκεψιν και ανεπισήμως επεδίωξα δι' όλων των μέσων να κατατοπισθώ συγκεκριμένως ποίαι θα ήσαν αι θυσίαι αυταί, με τας οποίας η Ελλάς θα έπρεπε να πληρώση την ατίμωσιν της εξ ιδίας θελήσεως προσφοράς της να υπαχθή υπό την Νέαν Τάξιν.
Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Έλληνας στοργή του Χίτλερ ήτο οι εγγυήσεις oτι αι θυσίαι αυταί θα περιορίζοντο "εις το ελάχιστον δυνατόν". Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα μπορουσε να είναι αύτο το έλάχιστον τελικώς, μάς εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς [7].
Δηλαδή θα έπρεπε δια να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν... με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτo δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των.
Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπον, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον. Το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυψεν μόνον από την πλέον απλήν λογικήν, άλλά και από ασφαλείς και βεβαίας πληροφορίας εξ Αιγύπτου, καθ' ας ειχεν ήδη προμελετηθή και αντιμετωπισθή ή ενέργεια που θα έπρεπε να γίνη ως φυσικόν επακόλουθον πάσης τυχόv εκουσίας ή ακουσίας συνεργασίας της Ελλάδος με τον Άξονα, εις τας ελληνικάς νήσους και προς παρεμπόδισιν εν περιπτώσει της δυνατότητος δια τόν Άξονα να τας χρησιμοποιήση.
Δεν δύναμαι αφ' ετέρου να μη παραδεχθώ ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν το δίκαιον δεν θα ευρίσκετο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών και να μην αναγνωρίσω, ότι όταν ένας λαός, όπως ο αγγλικός, αμύνεται δια την ζωήν του, θα ήτο πλήρως δικαιολογημένος να κάνη τα ανωτέρω. Αλλά τότε ο Ελληνικός λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της κυβερνήσεως η οποία δια vα τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ' εθνικού ακρωτηριασμού. Αυτή η δήθεν προφύλαξις θα ήτο δια την τύχην της εις το μέλλον Ελληνικής φυλής, πλέον ολεθρία και από τας χοιροτέρας έστω συνεπείας οποιουδήποτε πολέμου. Το δίκαιον λοιπόν, δεν θα ήτο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, εάν η τελευταία ενήργει κατά τας υποδείξεις του Βερολίνου που ανέφερα. Το δίκαιον θα ήτο με το μέρος του Ελληνικού Λαού, ο οποίος θα κατεδίκαζεν αυτήν, και των Άγγλων οι οποίοι υπερασπίζοντες την ύπαρξίν των επίσης δικαίως θα ελάμβανον τα μέτρα που εφέροντο έχοντες μελετήσει, εισακούοντες άλλωστε τας δικαίας αιτιάσεις των Ελλήνων, οίαι θα προέκυπτον εν καιρώ εάν εδίδετο ή εύλογος αυτή αφορμή.
Θα εδημιουργούντο έτσι όχι δύο, όπως το 1916, άλλά τρείς αυτήν την φοράν Ελλάδες [8].
Η πρώτη θα ήτο η επίσημος των Αθηνών η οποία είχεν φθάσει εις την πόρωσιν και το κατάντημα δια να αποφύγη τον πόλεμον να δεχθή να γίνη εθελοντής δούλος, πληρώνουσα μάλιστα την τιμήν αυτήν και με την συγκατάθεσίν της να αυτοακρωτηριασθή τραγικώτατα, παραδίδουσα εις την δουλείαν πληθυσμούς αμιγώς Ελληνικούς και μάλιστα δύναμαι να είπω τους Ελληνικωτέρους των Ελληνικών τοιούτους. Δευτέρα θα ήτο η πραγματική Ελλάς. Δηλαδή η παμψηφία της κοινής γνώμης του Έθνους, το οποίον ποτέ δεν θα απεδέχετο την εκουσίαν του υποδούλωσιν πληρωνομένην μάλιστα με εθνικόν ακρωτηριασμόν αφόρητον και ισοδυναμούσαν με οριστικήν ατίμωσιν και μελλοντικήν βεβαίαν εκμηδένισιν του Ελληνισμού ως εννοίας και οντότητος, εκμηδένισιν πρώτον ηθικήν και δεύτερον εν συνεχεία της ηθικής και υλικήν.
Tο Έθνος ουδέποτε θα συνεχώρει εις τόν Βασιλέα και την Εθνικήν Κυβέρνησιν της 4ης Αυγούστου, τοιαύτην πολιτικήν.
Τρίτη τέλος θα προέκυπτε μία ακόμη Ελλάς, η Ελλάς την οποίαν δεν θα παρέλειπον να δημιουργήσουν, φυσικά με την επίκλησιν του δημοκρατισμού, οι δημοκρατικοί Έλληνες υπό την κάλυψιν του βρετανικού Στόλου εις τα νήσους, Κρήτην και εις τας άλλας. Η τρίτη αυτή Ελλάς, η "Δημοκρατική" θα είχε με το μέρος της όχι μόνον την πρόθυμον υποστήριξιν της Αγγλίας εις την οποίαν θα έδιδε το δικαίωμα να καλύψη τας νήσους μας, καλυπτομένη και η ιδία εις την Βόρειον Αφρικήν, αλλά θα είχε με το μέρος της και το Εθνικόν δίκαιον. Η ηθική της δύναμις λοιπόν θα απερρόφα μοιραίως την επίσημον Ελλάδα, διότι θα διέθετεν η τρίτη αυτή Ελλάς, την ανεπιφύλακτον έγκρισιν και ενίσχυσιν της ανεπισήμου, της "δευτέρας" Ελλάδος, της Εθνικής δημοσίας γνώμης εν τη παμψηφία της.
Έζησα κύριοι την περίοδον του Εθνικού Διχασμού που εδημιουργήθη το 1916 όταν από την κατάστασιν εκείνην προέκυψαν δύο Ελλάδες, η των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Τον κίνδυνον από μίαν νέαν διαίρεσιν της Ελλάδος προκύπτουσαν συνεπεία του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, όπως η διαίρεσις του 1916 πρέκυψε συνεπεία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μίαν νέαν διαίρεσιν μάλιστα πολύ τραγικωτέραν, διότι όπως την εσκιαγράφησα δεν θα είναι καν διχασμός, αλλά τριχοτομισμός. Toν κίνδυνον αυτόν τον θεωρώ κύριοι, δια το Έθνος και το μέλλον του ασυγκρίτως χειρότερον από τον πόλεμον, έστω και αυτόν τον πόλεμον, από τον οποίον είναι δυνατόν και δουλωμένη ακόμη να βγη προσωρινώς η Ελλάς. Λέγω προσωρινώς, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι τελικώς η νίκη θα είναι με το μέρος μας.
Γιατί οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν. Δεν μπορεί να νικήσουν.
Υπάρχουν πολλά εμπόδια.
Η Ελλάς είναι αποφασισμένη να μη προκαλέση, μεν, με κανένα τρόπο κανένα, αλλά και με κανένα τρόπο να μη υποκύψη. Προ παντός είναι αποφασισμένη να υπερασπίση τα εδάφη της, έστω και αν πρόκειται να πέση. Ήδη δε, η απόφασίς της αυτή και η πολιτική της αυτή, χάρις εις την οποίαν απρόκλητα προσεβλήθη, χάρισαν στον τόπο και στον λαό μας το πλέον ανεκτίμητον των αγαθών και το μεγαλύτερον στοιχείον της δυνάμεως του: Αυτή η πολιτική έδωσεν εις τον λαόν την απόλυτη ψυχική, και πανεθνική ένωσί του [9].
Σήμερα όμως επί πλέον υπάρχουν και μερικοί άλλοι παράγοντες που προδικάζουν την τελική μας νίκη. Η Τουρκία δεν είναι όπως το 1916 σύμμαχος των Γερμανών. Είναι σύμμαχος των Άγγλων [10]. Η Βουλγαρία βέβαια ενεδρεύει και τώρα όπως και τότε, αλλ' εν πάση περιπτώσει αυτήν την εποχήν τουλάχιστον προς το παρόν δεν τολμά. Ο καιρός όμως δεν δουλεύει για τον Άξονα. Δουλεύει για τους αντιπάλους του. Τέλος δια την Γερμανίαν η νίκη θα ήτο εν πάση περιπτώσει δυνατή μόνο με κοσμοκρατορίαν.
Αλλ' η κοσμοκρατορία δια την Γερμανίαν κατέστη οριστικά αδύνατος στην Δουνκέρκη [11]. Ο πόλεμος δια τον Άξονα έχει χαθή, από την στιγμήν που η Αγγλία διεκήρυξε: "Θα πολεμήσωμεν έστω και μόνον εις το νησί μας και πέραν των θαλασσών, θα πολεμήσωμεν μέχρι της νίκης" [12]. Αλλά επί πλέον και ημείς οι Έλληνες πρέπει να γνωρίζωμεν ότι δεν πολεμούμεν μόνον δια την νίκην, αλλά και δια την δόξαν [13].
Δεν ξέρω αν κανείς αντιβενιζελικός από σας είναι πάντοτε αδιάλλακτος.
"Είμαι εγώ, κύριε Πρόεδρε", απήντησεν ο παριστάμενος παλαίμαχος και αδιάλλακτος αρθρογράφος του αντιβενιζελικού τύπου κ. Κρανιωτάκης [14].
Λοιπόν ακούστε δια να συνεννοηθούμε. Εγώ, κύριοι, όπως επαρκώς σας εξήγησα, ετήρησα μέχρι σήμερον την πολιτικήν του αειμνήστου Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή την πολιτικήν της αυστηράς ουδετερότητος. Έκαμα το παν δια να κρατήσω την Ελλάδα μακράν της συγκρούσεως των μεγάλων κολοσσών. Ήδη μετά την άδικον επίθεσιν της Ιταλίας, η πολιτική την οποίαν ακολουθώ είναι η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου. Διότι είναι η πολιτική του συνταυτισμού της Ελλάδος με την τύχην της δυνάμεως, δια την οποίαν η θάλασσα είναι ανέκαθεν όπως και δια την Ελλάδα, όχι το εμπόδιον που χωρίζει αλλά η υγρά λεωφόρος που συνδέει. Βέβαια εις την ιστορίαν μας την νεωτέραν δεν είχομεν μόνον ευγνωμοσύνης λόγους και αφορμάς δια την Αγγλίαν, της οποίας άλλως τε η μεταπολεμική, πολιτική των τελευταίων ιδίως ετών, είναι πολιτική μεγίστων και ιστορικών αγγλικών ευθυνών [15]. Αλλά τας ευθύνας της αυτάς η Αγγλία τας αποδίδει σήμερον με την υπερήφανον αποφαστικότητα λαού μεγάλου, σώζοντος την ελευθερίαν του κόσμου και του πολιτισμού. Δια την Ελλάδα η Αγγλία είναι η φυσική φίλη και επανειλημμένως εδείχθη προστάτρια, ενίοτε δε η μόνη προστάτρια. Η νίκη θα είναι και δεν μπορεί παρά να είναι δική της. Θα είναι νίκη του Αγγλοσαξωνικού κόσμου, απέναντι του οποίου η Γερμανία, η οποία αφού έως τώρα δεν ηδυνήθη να επιτύχη οριστικόν αποτέλεσμα, είναι καταδικασμένη να συντριβή. Διότι από τώρα και πέρα ο ορίζων δεν πρέπει να θεωρήται δια τον Άξονα ανέφελος ούτε προς Ανατολάς και η Ανατολή είναι πάντοτε μυστηριώδης [16]. Πάντοτε ήτο, αλλά σήμερον υπέρ ποτέ είναι γεμάτη απρόοπτα και μυστήριο. Τελικώς λοιπόν θα νικήσωμεν. Και θέλω φεύγοντες από την αίθουσαν αυτήν να πάρετε μαζί σας όλην την δική μου απόλυτη βεβαιότητα, ότι θα νικήσωμεν. Εν τούτοις πρέπει να σας επαναλάβω ό,τι επισημότερον διεκήρυξα από την πρώτην στιγμήν. Η Ελλάς δεν πολεμά δια την νίκην. Πολεμά δια την Δόξαν. Και δια την τιμήν της. Έχει υποχρέωσιν προς τον εαυτόν της να μείνη αξία της ιστορίας της.
Η Ιταλία είναι μεγάλη δύναμις, όταν δε προχθές έγινεν η πρώτη αεροπορική επιδρομή, ομολογώ ότι με έκπληξιν ήκουσα εις σχετικήν ερώτησίν μου την απάντησιν, ότι τα επιδραμόντα αεροπλάνα ήσαν μόνον ιταλικά [17]. Αυτό φθάνει να σας δώση να καταλάβετε με ποιες ιδέες μπήκα στον πόλεμο. Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνη μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήση, έστω και χωρίς καμμίαν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει. Γνωρίζω ότι ο ελληνικός λαός θα ήτο αδύνατον να δεχθή άλλο τι αυτήν την στιγμήν. Διότι είναι ελεύθερος και απερίσπαστος εις την φυσικήν ευθυκρισίαν και υπερηφάνειαν, εφ' όσον δεν εδόθη ευκαιρία να θολωθή η κρίσις του δι' αγοραίων θορύβων και παραπλανητικών εκστρατειών. Εκάμαμεν ότι ήτο δυνατόν δια να μη έχωμεν το παραμικρόν άδικον. Και θα εξακολουθήσωμεν την ιδίαν τακτικήν μέχρι τέλους. Σας έχω στο τραπέζι μερικά έγγραφα. Είναι όλαι αι αποδείξεις της ιταλικής ενέδρας εκ προμελέτης. Όταν τελειώσω μπορείτε να τα δείτε. Περιττόν να πάρετε σημειώσεις. Συντομώτατα θα δημοσιευθούν εις την Λευκήν Βίβλον, η οποία διέταξα να εκδοθή το ταχύτερον. Δεν σας κρύβω κύριοι, ότι η κατάστασις είναι εξαιρετικά δύσκολη. Μας περιμένουν μάλιστα δοκιμασίαι μεγάλαι. Δια να μη δώσω ευκαιρίαν προς την επιζητουμένην δια παντός τρόπου αφορμήν κατασυκοφαντήσεώς μας, ευρέθην υποχρεωμένος να πάρω μίαν απόφασιν εξόχως σοβαράν. Να μην κάμω την επιστράτευσιν, όταν από καιρού την εζήτησε και εξηκολούθησεν επανειλημμένως να μού την ζητά το Επιτελείον... [18]
Ο ιταλικός όγκος λοιπόν ευρήκεν απέναντι του δυνάμεις πάρα πολύ ασθενείς, τουλάχιστον δια την κρούσιν των πρώτων ημερών. Ο ρόλος σας είναι σήμερον μεγάλος και επισημότατος.
Μη χάνετε το θάρρος σας, οτιδήποτε και αν γίνη. Διότι άλλως αδύνατον να φανήτε άξιοι του λαού σας και του καθήκοντος σας, το οποίον είναι να συντηρήσητε την ιερή φλόγα του ελληνικού λαού, να βοηθήσητε τον μαχόμενον Στρατόν, να υπάρξητε συνεργάται της Κυβερνήσεως, ότι και αν αισθάνεσθε δι' αυτήν. Πρέπει να πιστεύσητε σεις δια να μπορέσετε να μεταδώσητε την πίστιν εις το κοινόν σας, μολονότι αυτήν την φοράν έχομεν όλοι μας να πάρωμεν από τον Ελληνικόν λαόν, και από το απερίγραπτον θάρρος του και όχι να του δώσωμεν.
Θέλω ακόμη να σας ειπώ κάτι. Ξέρω με βεβαιότητα ότι από την φοβεράν αυτήν δοκιμασίαν η Ελλάς θα υποφέρη. Ξέρω όμως επίσης με βεβαιότητα ότι τελικώς θα εξέλθη όχι μόνον ένδοξος αλλά και μεγαλύτερη. Θα προσέξατε το τηλεγράφημα του κ. Τσώρτσιλ το οποίον εδημοσιεύθη σήμερον εις τας εφημερίδας, ανακοινωθέν από του Υπουργείου Εξωτερικών [19]. Λοιπόν επειθυμώ να σας τονίσω τούτο: εκείνοι οι οποίοι εις το τηλεγράφημα αυτό δεν βλέπουν γραπτήν την επιβεβαίωσιν αγράφου συμφωνίας δια τα Δωδεκάνησα, δεν ξέρουν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές. Και κάτι άλλο. Τα Δωδεκάνησα προδικάζουν...

Σημειώσεις

1. Τα άρθρα του Συντάγματος του 1911 τα οποία ανεστάλησαν την 4ην Αυγούστου 1936 ήταν τα 5,6,10,11,12,14,20 και 95. Το 14 εξασφάλιζε την ελευθερία του Τύπου και απαγόρευε την λογοκρισία.
2. Εμμανουέλλε Γκράτσι. Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα από 19 Απρ. 1939. Προσπάθησε να αποτρέψει τον Μουσσολίνι και τον Τσιάνο (υπουργό Εξωτερικών) από το να επιχειρήσουν ιταλικήν εισβολήν στην Ελλάδα. Οι προσπάθειές του σχολιάζονταν στην Ρώμη ειρωνικά. Ο ίδιος ο Μουσσολίνι τον είχε κατηγορήσει ότι ήταν "φιλέλληνας, αλλά ότι δεν έπρεπε να εκπλήσσεται κανείς, δεδομένου ότι είχε κλασσική μόρφωση". (Εμ. Γκράτσι, "Η Αρχή του Τέλους", ΕΣΤΙΑ 1980, σελ. 212.)
Για την Ελλάδα, ο Γκράτσι, στο ίδιο βιβλίο, σελ. 212, γράφει: "...τρέφω για την ευγενή εκείνη χώρα μια πολύ έντονη συμπάθεια...".
3. Ιδίως οι πληροφορίες που έστελνε ο πρέσβης μας στην Ρώμη Ιωάννης Πολίτης ήταν πολύτιμες. Είναι χαρακτηριστικό ότι, με τηλεγράφημά του στις 23 Οκτωβρίου, προέβλεπε εκδήλωση της ιταλικής επιθέσεως το τεραήμερο 25 έως 28 Οκτωβρίου.
4. Με ανακοινωθέν του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού της 30ής Οκτωβρίου 1940, το Υπουργείο Ναυτικών ανεκοίνωσε, επισήμως πλέον, ότι τον τορπιλισμόν του ευδρόμου μας ΕΛΛΗ "...εξετέλεσεν ιταλικόν υποβρύχιον... το γεγονός τούτο δεν ανεκοινώθη μέχρι τούδε επισήμως διά λόγους πολιτικής σκοπιμότητος, οίτινες βεβαίως εξέλιπον ήδη".
5. Απαντήσεις στις ιταλικές αιτιάσεις έδινε το "Αθηναϊκόν Πρακτορείον". Είχε ιδρυθεί το 1905 με πρωτοβουλία του Υπουργείου Εξωτερικών και λειτουργούσε κάτω από κρατική εποπτεία.
6. "Νέα Τάξις". Όρος της ναζιστικής προπαγάνδας. Η "Νέα Τάξις" θα επικρατούσε στην Ευρώπη μετά την επικράτηση του "χιλιόχρονου" Τρίτου Ράιχ!
7. Δεδεαγάτς. Ονομασία της Αλεξανδρουπόλεως επί Τουρκοκρατίας.
8. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σχηματίζει "προσωρινή" κυβέρνηση, στις 13 Σεπτεμβρίου 1916 (π.ημ.), αρχικώς στα Χανιά της Κρήτης και από 26 Σεπτεμβρίου στην Θεσσαλονίκη. Επί εννιά μήνες η χώρα έχει δύο κυβερνήσεις. Στις 22 Μαΐου 1917 απομακρύνεται από το θρόνο ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Στις 11 Ιουνίου 1917 παραιτείται ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, πρωθυπουργός της κυβερνήσεως των Αθηνών, και στις 17 Ιουνίου επιστρέφει στην Αθήνα ο Βενιζέλος.
9. Είναι γεγονός ότι την 28η Οκτωβρίου 1940, ο λαός μας βρέθηκε, όσο ποτέ άλλοτε, ενωμένος. Τα πολλά "εγώ" έγιναν "εμείς".
10. Η Τουρκία θα παραβιάσει κατάφωρα την αγγλο-γαλλο-τουρκικήν συμμαχίαν της 19ης Οκτωβρίου 1939 και δεν θα βγει στον πόλεμον παρά μόνον στις 12 Φεβρουαρίου 1945, όταν η Γερμανία καταρρέει. Μέχρι τότε θα παίζει ένα ευφυιέστατο, αλλά ανέντιμο παιχνίδι. Θα ερωτοτροπεί και με τα δύο εμπόλεμα στρατόπεδα, εκθέτοντας σε πλειοδοτικό διαγωνισμό την εύνοιά της και θα προσπαθεί να αποκομίζει ανταλλάγματα, εις βάρος κυρίως της χώρας μας.
11. Πράγματι η Γερμανία έχασε την ευκαιρία να αιχμαλωτίσει στην Δουνκέρκη το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα και τις γαλλικές μεραρχίες του Βορείου Τομέως (28 Μαΐου έως 4 Ιουνίου 1940). Το "θαύμα" της εκκενώσεως της Δουνκέρκης στέρησε την Γερμανία από την δυνατότητα να κάμψει την αντίσταση της Βρετανίας και να κερδίσει τον πόλεμον το καλοκαίρι του 1940.
12. Από την μνημειώδη ομιλία του Τσώρτσιλ στο Βρετανικό κοινοβούλιο στις 4 Ιουνίου 1940.
13. Η φράση αυτή, καθώς και μια ιδιόχειρη σημείωση προς τον εκδότη της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ Γεώργιον Βλάχον, "υπέρ την Νίκην η Δόξα", θα δώσουν αφορμή σε ορισμένους να υποστηρίξουν ότι ο Μεταξάς δεν πίστευε ότι ήταν δυνατόν να νικήσουμε τους Ιταλούς. Παραπέμπουν και στο "Ημερολόγιό" του, όπου την δεύτερη μέρα του πολέμου σημειώνει: "Με ανησυχεί η υπεραισιόδοξος κοινή γνώμη". Βεβαίως, ένας υπεύθυνος ηγέτης πρέπει να αντιμετωπίζει όλα τα ενδεχόμενα. Δεν ήταν δυνατόν ο Μεταξάς, με το επιτελικό του δαιμόνιο, να συμμερισθεί την ανεύθυνη αισιοδοξία, με την οποίαν οι πιτσιρικάδες της Αθήνας έγραφαν με κιμωλία στα τραμ και τα λεωφορεία "ΑΘΗΝΑ-ΤΙΡΑΝΑ-ΡΩΜΗ", περιφρονώντας Γεωγραφία και Στρατηγική.
14. Πρόκειται, κατά πάσαν πιθανότητα, για τον Νικόλαον Κρανιωτάκην, αρχισυντάκτη της ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ και της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ.
15. Εννοεί την ηττοπαθή πολιτικήν, ιδίως του Νέβιλ Τσάμπερλαιν, που επέτρεψε στον Χίτλερ να κερδίσει χρόνο για συμπλήρωση των εξοπλισμών της Γερμανίας και να αποτολμήσει την ανακατάληψη της Ρηνανίας, την ενσωμάτωση της Αυστρίας, την διάλυση της Τσεχοσλοβακίας κ.λπ.
16. Ίσως να προβλέπει ο Μεταξάς ότι παρ' όλον ότι υπάρχει το Σύμφωνον Ρίμπεντροπ-Μολότωφ της 23ης Αυγούστου 1939, δεν αποκλείεται, μελλοντικώς, αναμέτρηση της Γερμανίας με την Σοβιετική Ένωση.
17. Υπαινιγμός για το ότι κάποτε ο Χίτλερ θα σπεύσει να βοηθήσει τον Ιταλό δικτάτορα.
18. Η επιμονή του Μεταξά να μην κηρύξει επιστράτευση οφείλεται σε αρκετούς λόγους. Παρατεταμένη επιστράτευση σημαίνει τεράστιες δαπάνες, μείωση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, κόπωση και πτώση του ηθικού των επιστρατευμένων. Ειδικώς όμως για την περίοδο που προηγήθηκε της ιταλικής επιθέσεως, υπήρχε και ο κίνδυνος να θεωρηθεί ως πρόκληση από την κυβέρνηση της Ρώμης, η έστω και μερική επιστράτευση της Ελλάδος. Ο Άγγελος Σ. Βλάχος στο βιβλίο του "Μια φορά κι έναν καιρό ένας διπλωμάτης", τόμος Α', σελ. 57, περιγράφει μια πολιτικοστρατιωτική σύσκεψη, περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 1940, στην οποίαν έλαβε μέρος και ο ίδιος. Στην έντονη σύσταση του Στρατηγού Ι. Πιτσίκα, που ήταν Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, για άμεση επιστράτευση, ο Μεταξάς αποκρίθηκε: "Άκουσε Πιτσίκα! Δεν κινδυνεύεις εσύ να σε βγάλει προδότη η Ιστορία! Κινδυνεύω εγώ! Αν διατάξω επιστράτευση, για έναν στρατιώτη που θα στέλνω στα σύνορα ο Μουσσολίνι θα στέλνει δύο και τότε η ελάχιστη ελπίδα που έχουμε να μην επιτύχει το σχέδιό τους θα εξατμισθεί!".
19. Πρόκειται, προφανώς, για το γνωστό τηλεγράφημα του Τσώρτσιλ, το οποίον κατέληγε με την φράση: "Μαζί θα μοιρασθώμεν την Νίκην".