Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΦΥΣΙΚΟ ΚΑΛΟΣ ΛΙΜΝΗ ΠΟΥΡΝΑΡΙΟΥ ΑΡΤΑ


IMG_1025
Φράγμα Πουρναρίου
Κατά την περίοδο  1966-1972 πραγματοποιήθηκαν από ξένους κυρίως οίκους και την ΔΕΗ διάφορες έρευνες και μελέτες για την αξιοποίηση των υδάτινων πόρων διαφόρων ποταμών μαζί και του Αράχθου.Κατά την περίοδο κατασκευής του φράγματος 1976-1980 ο ποταμός στο σημείο κατασκευής είχε εκτραπεί στην σήραγγα εκτροπής, πού είχε κατασκευαστεί στο δεξιό αντέρεισμα για να ξεκινήσουν οι εργασίες θεμελίωσης εντός της κοίτης του ποταμού. Ή σήραγγα ήταν πεταλοειδούς διατομής, με εσωτερική διάμετρο 10.5 μ. και είχε  μήκος περίπου 700 μ. Η κατασκευή της έγινε κατά την περίοδο 1973-76. Στις 10 Ιανουαρίου 1981 μετά την κατασκευή τού φράγματος έγινε ή οριστική έμφραξη της σήραγγας και έτσι ξεκίνησε να γεμίζει πλέον ο ταμιευτήρας τού φράγματος.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του ταμιευτήρα είναι ο μέγιστος όγκος αποθηκεύσεως των 865 εκατομμυρίων μ3, η ανώτατη στάθμη πλημμυρών είναι στα 126μ και η ανώτατη και κατώτατη στάθμη λειτουργίας για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας είναι σε υψόμετρο 120μ και 100μ αντίστοιχα.
Το χωμάτινο φράγμα είναι συνολικού όγκου 9.000.000 μ2 . Η ονομαστική στέψη του βρίσκετε σε ύψος 128μ και το μέγιστο ύψος του από την θεμελίωση του πυρήνα φτάνει στα 107μ. Το πλάτος του στην κορυφή υπερβαίνει τα 10μ και το πλάτος του φράγματος στην βάση του (φυσική κοίτη του ποταμού) είναι 450μ. Το μήκος του φράγματος στην κορυφή είναι 580μ..Η λίμνη έχει επιφάνεια 18.3 τ.χλμ., μέγιστο μήκος τα 17.7 χλμ. και μέγιστο πλάτος τα 7.3 χλμ
Στο δεξιό αντέρεισμα τού φράγματος βρίσκεται ο υπερχειλιστής για τον έλεγχο των πλημμυρών τού ποταμού.Η παροχετευτικότητα τού εκχειλιστή για την πλημμύρα μελέτης φτάνει μέχρι τα 6.100μ3/δλ. Ή υδραυλική συμπεριφορά του εκχειλιστή μελετήθηκε σε υδραυλικό ομοίωμα από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
014ed
Φράγμα Πουρναρίου Ι & ΙΙ
Το συγκρότημα εργοστασίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, περιλαμβάνει τρεις κατακόρυφες μονάδες στροβίλων francis ύψους πτώσεως μελέτης 68 μ. και ονομαστικής ισχύος παραγωγής 100mw η κάθε μια. Από τις 10 Ιανουαρίου 1981 άρχισε η πλήρωση του ταμιευτήρα και από 10 Μαρτίου 1981 ετέθη σε δοκιμαστική λειτουργία η πρώτη μονάδα,ακολουθούν τα επίσημα εγκαίνεια στις 29/3/1981. Η λειτουργία των επόμενων δύο μονάδων ξεκινάει τον Μάιο και Ιούλιο του 1981 αντίστοιχα.

Σχετικά εδώ ρεπορτάζ της εποχής από το Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο.

Α.Η θεμελίωση και ουσιαστικά ή έναρξη κατασκευής του τεχνικού χωμάτινου αναχώματος του φράγματος γίνεται στις 12/9/1975.

Η θεμελίωση τού υδροηλεκτρικού έργου της ΔΕΗ στο Πουρνάρι της Άρτας έγινε από τον Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή,καθώς ήταν ένα από τα πρώτα μεγαλύτερα έργα της μεταπολίτευσης.
Το link που ακολουθεί συνδέεται με το Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο και μπορείτε να δείτε το σχετικό υλικό.
Η θεμελίωση του φράγματος Πουρναρίου στόν Άραχθο ποταμό.
Ο Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής θεμελιώνει το μεγάλο υδροηλεκτρικό έργο της ΔΕΗ στο Πουρνάρι της Άρτας και γίνεται αντικείμενο θερμών εκδηλώσεων από το συγκεντρωμένο πλήθος. Στην τελετή παρίστανται επίσης ο Υπουργός Συντονισμού και Προγραμματισμού Παναγής Παππαληγούρας, ο Υπουργός Βιομηχανίας Κωνσταντίνος Κωνοφάγος, ο Υφυπουργός Βιομηχανίας Δημήτριος Καραϊσκάκης και άλλοι επίσημοι.

Β.Εγκαίνια του υδροηλεκτρικού έργου στο Πουρνάρι της Άρτας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Το έργο τελειώνει μετά από πολλές ώρες δουλειάς και μεταφοράς χιλιάδων κυβικών φυσικών υλικών για την δημιουργία του υψηλού αναχώματος καθώς και του εργοστασίου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Το επόμενο link συνδέεται με το Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο και μπορείτε να δείτε το σχετικό υλικό.
Το φράγμα σε λειτουργία
Βλέπουμε μια γενική άποψη του φράγματος και της τεχνικής λίμνης στο Πουρνάρι της Άρτας. Εξωτερική άποψη του υδροηλεκτρικού σταθμού Πουρναρίου της ΔΕΗ. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής να εγκαινιάζει το υδροηλεκτρικό έργο στο Πουρνάρι της Άρτας παρουσία διαφόρων επισήμων και πλήθους κόσμου. Ξενάγηση στους εσωτερικούς χώρους του υδροηλεκτρικού σταθμού Πουρναρίου. Ο Κων/νος Καραμανλής παρατηρεί μακέτα του υδροηλεκτρικού έργου και ξεναγείται στους εσωτερικούς χώρους του υδροηλεκτρικού σταθμού. Το φράγμα του Πουρναρίου ξεκινάει και επίσημα πλέον την λειτουργία του.
Μερικά ακόμη λόγια για το ποτάμι και το φράγμα.
790ed
Φράγμα Πουρναρίου
Ο ποταμός Άραχθος έχει μήκος 143 km . Τα νερά του καταλήγουν στον Αμβρακικό κόλπο. Πρόκειται για τον ποταμό που περνά κάτω από το θρυλικό γεφύρι της Άρτας. Οι πηγές του ξεκινούν από τα όρη Λάκμος, Μιτσικέλι, Μαυροβούνι, και από την οροσειρά των Τζουμέρκων. Τα φράγματα που έχουν κατασκευαστεί στον Άραχθο είναι αυτού του Πουρναρίου Ι και του Πουρναρίου ΙΙ. Το μεγάλο φράγμα Πουρνάρι Ι βρίσκεται 4,5 χιλιόμετρα πάνω από την Άρτα και η κατασκευή του έγινε για κυρίως για λόγους παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στις αιχμές ενεργειακής ζήτησης, την ανάσχεση πλημμυρών, την αποθήκευση νερού για τις αρδευτικές ανάγκες του κάμπου.Ύστερα από την ολοκλήρωση του έργου μειώθηκε η τροφοδοσία του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα, που γινόταν με την κατείσδυση του επιφανειακού νερού στα κατώτερα στρώματα, με αποτέλεσμα να μειωθεί η διαθεσιμότητα των υπόγειων υδάτων και να αλλάξει ριζικά το υδρολογικό υπόστρωμα στην περιοχή από την έξοδο του φράγματος μέχρι τις εκβολές του ποταμού. Για το λόγο αυτό κοντά στη βάση του φράγματος Πουρνάρι Ι κατασκευάσθηκε το Πουρνάρι ΙΙ για να παίζει ρυθμιστικό ρόλο, ώστε να υπάρχει μια μόνιμη ροή νερού στην κοίτη ακόμα και το καλοκαίρι. Ίσως με μια σωστή διαχείριση να επιτευχθεί και ο σταδιακός εμπλουτισμός του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα της πεδινής ζώνης, με τις πολλές γεωτρήσεις πού υπάρχουν τώρα.
Ο οικισμός Σμίξη πριν το Φράγμα
H Σμίξη πριν το Φράγμα
Η μεγάλη τεχνική λίμνη είναι αποτέλεσμα της δημιουργίας του φράγματος Πουρνάρι Ι αποτελεί το μεγαλύτερο φράγμα στην Ελλάδα (μετά από αυτό του Μόρνου), το δεύτερο στα Βαλκάνια σε όγκο και συγκρατεί τα νερά του Άραχθου ελέγχοντας και τη ροή του ποταμού, ο οποίος και περνά δίπλα από την πόλη της Άρτας μερικά χιλιόμετρα πιο κά τω στην φυσική ροή του για τον Αμβρακικό κόλπο.
Η λίμνη φιλοξενεί πολλές ποικιλίες ψαριών, όπως κυπρίνους, μπριάνες, άγρια πέστροφα, χέλι. Καταφύγιο βρίσκουν και πολλά πτηνά όπως πρασινοκέφαλες πάπιες αλκυόνες, ποταμοσφυριχτές κ.α.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προσεγγίζοντας τη λίμνη οδικώς από Πέτα προς Βουργαρέλι έχει όταν συναντάμε αριστερά τον παλαιό οικισμό της Κάτω Καλεντίνης, ο οποίος
_IGP7929εδ
Το δημοτικό σχολείο Κάτω Καλεντίνης
εγκαταλείφθηκε και καταποντίστηκε όταν δημιουργήθηκε το φράγμα Πουρναρίου. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 πολλοί οικισμοί που ήταν στο ποτάμι εγκαταλείφθηκαν,κατακλύστηκαν από τα νερά τού φράγματος.Στό οικισμό της Κάτω Καλεντίνης η πτώση της στάθμης της λίμνης που γίνεται ανά περιόδους αποκαλύπτει κάποια παλιά σπίτια και άλλα κτήρια δημιουργώντας ένα μυστήριο σκηνικό, με εντυπωσιακότερο όλων, το παλιό δημοτικό σχολείο που αποτελεί και το μεγαλύτερο αυτών.
Όνειρο απατηλό εδώ και χρόνια αποτελεί η δημιουργία περιμετρικού δρόμου γύρω από την λίμνη, η εύκολη πρόσβαση και η αξιοποίησή της έτσι ώστε να δώσει ζωή κάποια στιγμή στους παραλίμνιους οικισμούς.
 
 

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ


Η συμβολή των Ηπειρωτών Ευεργετών στην αναβίωση των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων


Η συμβολή των Ηπειρωτών Ευεργετών στην αναβίωση των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων

Αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση και, θα τολμούσα να πω δέος, σήμερα, διότι νιώθω πως δεν μιλώ μόνο σε σας αλλά ότι παρούσες εδώ, ανάμεσά μας, είναι οι μεγάλες ψυχές των Ευεργετών. Εις μνήμην αυτών των γενναίων, εις μνήμην των ανθρώπων που μας δίδαξαν με το ίδιο το παράδειγμά τους ποίος πρέπει να είναι ο Έλληνας, ανέβηκα στο βήμα σήμερα.

Και γι αυτό, τα τόσο ιδιαίτερα αισθήματά μου. Ποιος μπορεί να μιλήσει γι αυτούς, ποιος μπορεί να μιλήσει παρουσία των ψυχών αυτών, χωρίς να νιώθει μέγα το βάρος της ευθύνης και του χρέους στους ώμους του;
Η Ήπειρος, δεν είναι μια ακόμη περιοχή της Ελλάδος. Είναι η ίδια η καρδιά της. Γιατί την Ήπειρο τη στεφανώνουν τα παιδιά της, με την πιο μεγάλη ελληνική αρετή: την ευποιία. Είναι μια αρετή που τη βλέπουμε ήδη στα σπάργανα του Ελληνισμού: ο Όμηρος την υμνεί,1 την προσλαμβάνει όμως μόνον ως αγαθή συμπεριφορά προς τους συμπολίτες. Ο αρχαίος συμβουλεύει: «νίκησε του κακού την αγριότητα με τη δική σου ευποιία», με τη δική σου καλή πράξη2. Ακριβώς αυτό μας διδάσκει και ο Απόστολος Παύλος: «μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες· προνοούμενοι καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων».3 
Στα χρόνια της δημοκρατίας, στα χρόνια δηλαδή της Κλασικής Ελλάδος, η ευεργεσία παίρνει το νόημα που ακολουθούν και οι Ηπειρώτες, από την Τουρκοκρατία έως τις ημέρες μας: πρόκειται για προσφορά στην πατρίδα πόλη. 
Ο αρχαίος Έλληνας, θα πρέπει εδώ να διευκρινίσω, δεν σκεπτόταν την προσφορά χρημάτων ή τροφίμων και ρούχων στον φτωχό που έβλεπε μπρος του. Οι ευεργεσίες ήταν πάντα προς τον δήμο, όχι προς τον συνάνθρωπο. Και στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι αρχαίοι Έλληνες γέμιζαν την πόλη με κτίρια που χρειαζόταν η παιδεία των εφήβων: σχολεία και γυμναστήρια. 
Οι Ρωμαίοι ακολούθησαν τους Έλληνες, και καθιέρωσαν επίσης την ευεργεσία. Οι πλούσιοι ευεργετούσαν την πόλη με κτίρια και άλλα έργα. Η πόλη της Ρώμης προσέφερε κατά καιρούς δωρεάν τρόφιμα, αλλά η προσφορά απευθυνόταν στο ρωμαϊκό populus, στην κατώτερη τάξη γενικά, κι όχι ειδικά σε όσους πεινούσαν ή είχαν επείγουσα ανάγκη.4 
Όταν όμως ο Απόστολος Παύλος έφερε το φως του Ευαγγελίου και στη Μακεδονία και στην Ήπειρο και στην Αθήνα και την Κόρινθο, τότε πλάι στην ευεργεσία προς την πατρίδα πόλη, προστέθηκε η προς τον αδύναμο προσφορά, η προς τον πάσχοντα ευεργεσία. Ο Κύριος μας λέγει ότι εν ημέρα κρίσεως, θα ελέγξει τις ψυχές των ανθρώπων, και θα πει προς όσους θα βάλει εκ δεξιών του: « ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν͵ ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με͵ ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με͵ ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με͵ ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθατε πρός με».5 Και θα εξηγήσει: «ἐφ΄ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων͵ ἐμοὶ ἐποιήσατε».6 
Μιλώντας για την ευεργεσία, ο Παύλος γράφει: «Πρέπει να ξέρετε ότι όποιος σπέρνει με φειδώ, θα έχει λίγη σοδιά, κι όποιος σπέρνει απλόχερα, η σοδιά του θάναι άφθονη. Ο καθένας ας δώσει ό,τι του λέει η καρδιά του χωρίς να στενοχωριέται ή να εξαναγκάζεται, γιατί ο Θεός αγαπάει αυτόν που δίνει με ευχαρίστηση.»7 
Αυτά τα λόγια, αυτή η αντίληψη, σφραγίζουν την ευεργεσία των Ηπειρωτών. Και γι αυτό τους βλέπουμε να κρατούν τον χαρακτήρα του αρχαίου Έλληνα ευεργέτου και να στολίζουν τη μόλις α-πελευθερωμένη πατρίδα με σχολεία. Κρατούν όμως και τη χριστιανική διδαχή: τους βλέπουμε να οικοδομούν κτίρια για τους πάσχοντες, όπως επίσης να διαθέτουν περιουσίες για την ανακούφιση αδυνάμων και των εχόντων ανάγκη. 
Θα μνημονεύσω εδώ χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων Ευεργετών. Πρώτη περίπτωση είναι οι αδελφοί Ζωσιμάδες, οι οποίοι φαινομενικά δεν έχουν σχέση με τους Ολυμπιακούς αγώνες. Έχουν όμως έμμεση σχέση, αφού ανήκουν σε εκείνους που όχι μόνο πάλεψαν για να κάνουν την Ελλάδα ελεύθερη χώρα, αλλά και βοήθησαν το νέο κράτος να σταθεί στα πόδια του. «Ο πεντάριθμος αστερισμός της Ζωσιμαίας Αδελφότητος, αι ιεραί μορφαί των οσίων και αγίων εκείνων Ηπειρωτών, περί των οποίων προσηκόντως δύναται να επαναληφθεί το της Γραφής "εσκόρπισαν, έδωκαν τοις πένησιν∙ η δικαιοσύνη αυτών μένει εις τον αιώνα"» έγραψε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων.8 Όλοι εδώ γνωρίζουμε ότι εκτός από το πελωρίας σημασίας εκδοτικό έργο, το οποίο είχαν αναθέσει στον κράτιστο φιλόλογο Αδαμάντιο Κοραή, εκτός από τη φροντίδα τους για την ίδρυση Σχολών, οι Ζωσιμάδες διέθεσαν αμύθητα ποσά στην οικονομική ενίσχυση οικογενειών, είτε μέσω αντιπροσώπων τους είτε μέσω της Εκκλησίας. Αμέτρητα τόπια ύφασμα κατέφθαναν στο σπίτι της αδελφής τους Ζωής, στα Ιωάννινα, που φρόντιζε με αυτά να φτιάχνει τις προίκες φτωχών κοριτσιών. «Πους εγίνοντο χωλών, οφθαλμός τυφλών, πατέρες αδυνάτων», λέει ο Κωνσταντίνος Οικονόμος επαναλαμβάνοντας φράση του Ευαγγελίου. Και προσθέτει: ακόμη και μέσα εις τα βάθη των σκοτεινών φυλακών, όπου εστέναζον αθώα θύματα της τουρκικής τυραννίας, έλαμπεν ο ήλιος της βοηθείας των Ζωσιμαδών.9 Εξ άλλου, οι Ζωσιμάδες στάθηκαν στο πλευρό του νεοσύστατου κράτους, διαθέτοντες μεγάλα ποσά για την ίδρυση της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία εξέδιδε το νόμισμα της χώρας, και αυτή ήταν τότε η Εθνική Τράπεζα.
Δεύτερη περίπτωση είναι ο Γεώργιος Γεννάδιος, από τα Δολιανά Ζαγορίου. Ιατρός και φιλόλογος ο σπουδαίος αυτός Έλληνας, παντρεύτηκε την Άρτεμη Μπενιζέλου, κόρη γνωστής αθηναϊκής οικογένειας, έξοχο τέκνο της οποίας ήταν η αγία Φιλοθέη, η μεγάλη αγία των Αθηνών, που αφιέρωσε τη ζωή και τη δράση της στο μοναστήρι-σχολείο, στο οποίο μάζευε ή βοηθούσε κορίτσια που είτε είχαν μείνει ορφανά, είτε ήσαν πτωχά, είτε είχαν πέσει θύματα της τουρκικής κτηνωδίας. Έχοντας την Ηπειρώτικη καταγωγή του να τον καθοδηγεί, και στο πλευρό του τη συγγένεια με μια οικογένεια Ευεργετών, ο Γεώργιος Γεννάδιος διέθεσε κι αυτός μεγάλο μέρος της περιουσίας του, προσπαθώντας να στήσει σχολεία στην Ελλάδα, που έβγαινε μέσα από τις στάχτες της τουρκικής κατοχής. Προσέφερε όμως κάτι ακόμη σπουδαιότερο: τη σπανιότατη για την εποχή αλλά και απολύτως απαραίτητη διοικητική ικανότητά του, και την απέραντη παιδεία του. Ήταν ο άνθρωπος που ανέλαβε να στήσει στα πόδια του το ερειπωμένο από την ηρωική αυτοθυσία και την καταστροφή Μεσολόγγι. Και το επέτυχε. Ήταν ο άνθρωπος που ο Κυβερνήτης Καποδίστριας του ανέθεσε να φτιάξει εκπαιδευτικό σύστημα στην ασύνταχτη τότε ακόμη Ελλάδα. Και επέτυχε πάλι. Κι όταν ήλθε η πρωτεύουσα στην Αθήνα, ήταν πάλι αυτός, ο απαράμιλλος Ηπειρώτης, πρώτος στην προσπάθεια να αναστηθεί η παιδεία. Οργάνωσε την Εθνική Βιβλιοθήκη, της οποίας υπήρξε πρώτος διευθυντής, οργάνωσε Γυμνάσια, Πανεπιστήμιο στο οποίο και δίδασκε. Και ακόμη, έπεισε δυό πλούσιους φίλους του, τον Ριζάρη, Ηπειρώτη επίσης, και τον Βαρβάκη, να φτιάξουν πρότυπα σχολεία. Ο γιος του, ο άξιος Ιωάννης Γεννάδιος, λαμπρός λόγιος και αυτός, υπήρξε ο ιδρυτής της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. 
Τι θάπρεπε να πει κανείς για τον Γεώργιο Αβέρωφ; Μόνον ίσως το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος είχε αποφασίσει να κάνει τους Ολυμπιακούς Αγώνες στη θέση του αρχαίου σταδίου, και να βάλει τους θεατές να κάθονται στο χώμα. Και πάσχιζαν οι αρμόδιοι να βρουν τρόπο πως θα γι-νόταν αυτό, χωρίς να είναι η απόδειξη της νεοελληνικής κακομοιριάς. Η κυβέρνηση του σώφρονος Τρικούπη αδυνατούσε να διαθέσει έστω και μια δραχμή. Εκείνη την ώρα, όταν όλοι οι υπεύθυνοι είχαν βεβαιωθεί ότι η κατάστασή μας θα έδειχνε διεθνώς την αναξιότητά μας, έφτασε το τηλεγράφημα από την Αλεξάνδρεια: «Ο Αβέρωφ χορηγεί εκατομμύρια διά το Στάδιον». Τίποτε άλλο. Ήταν τηλεγράφημα με μόνο αυτή τη μία γραμμή. Και με αυτήν, ηλεκτρίσθηκαν οι καρδιές των Ελλήνων. Αυτή η δωρεά, ήλθε, καθώς έγραψε τότε ο ποιητής Εφταλιώτης, 
«ύστερ’ απ’ όλο της σκλαβιάς 
τ’ αξέχαστο φαρμάκι, 
ύστερ’ απ’ όλη τη χολή, 
τα τόσα χρόνια που έτρεξε
ρωμαίικο αίμ’ αυλάκι»10 , 
και έδωσε φτερά στους Έλληνες. Συγκρατώ με συγκίνηση στην ψυχή μου το γεγονός ότι καίτοι εκλήθη πεισμόνως από τον βασιλέα για να τιμηθεί όπως του άξιζε, καίτοι ο ελληνικός λαός ήθελε να τον υποδεχθεί ως ήρωα, ως αληθώς Ολυμπιονίκη, ο Γεώργιος Αβέρωφ δεν έστερξε να παραστεί στους αγώνες. Αυτή η χριστιανική και ελληνική του μετριοφροσύνη, επιστέγασε την προσφορά του στο έθνος.
Και έρχομαι προ των ψυχών των Ζάππα, του Ευαγγέλη και του Κωνσταντίνου, των οποίων ο προς την πατρίδα έρως μας φιλοξενεί απόψε. Σας είναι γνωστά τα όσα προσέφεραν οι δύο αυτοί Ηπειρώτες. Εκείνο που μου προκαλεί απορία, είναι το γεγονός ότι ελάχιστοι γνωρίζουν τις διαστάσεις της προσφοράς τους. Ελάχιστα είναι γνωστό ότι ο Ευαγγέλης Ζάππας, προπορευόμενος της εποχής του, είχε συνεργασθεί με τον λαμπρό αρχαιολόγο και συγγραφέα Αλέξανδρο Ραγκαβή για την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων, όπου όμως, σε αντίθεση με την αρχαιότητα, δεν θα ήσαν μόνον αθλητικοί, αλλά και πνευματικοί αγώνες. Οι Ζάππειες Ολυμπιάδες, όπως λέγονταν, τα Ολύμπια, όπως ήταν το επίσημο όνομά τους, ήταν συνδυασμός αθλητικών και πολιτιστικών αγώνων. Έπειτα από 100 και πλέον χρόνια που έχουμε πάλι Ολυμπιακούς στην Αθήνα, η κυβέρνηση αντιμετώπισε το θέμα, και το Υπουργείο Πολιτισμού οργάνωσε την Πολιτιστική Ολυμπιάδα, που ήταν όμως απλώς και μόνο σειρά παράπλευρων πολιτιστικών εκδηλώσεων, και όχι οργανωμένη προσπάθεια επιβολής ενός νέου σχήματος των Ολυμπιακών. Εάν άκουγαν τον Ευαγγέλη Ζάππα, έστω τώρα, έστω μετά από 100 και πλέον χρόνια, θα μπορούσαν να αποφασίσουν την μόνιμη διεξαγωγή στην Αθήνα της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, και να την έχουν συγκροτήσει έτσι ώστε να είναι αναγνωρισμένος διεθνής οργανισμός, κι όχι μια σειρά παράπλευρων εκδηλώσεων. Κι ακόμη κάτι περισσότερο εκπληκτικό: το ελληνικό κράτος αγνοεί ότι ο Ευαγγέλης Ζάππας υπήρξε ο πρώτος Έλληνας ευρωπαϊστής, και οραματίστηκε ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες πνεύματος και σώματος, θα συμβάλλουν στην ενοποίηση της Ευρώπης. Ο νους του Ευαγγέλη Ζάππα έβλεπε πολύ πιο μπροστά από την εποχή του, κι εμείς σήμερα ακόμη δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τί λοιπόν έβλεπε ο μέγας αυτός Ηπειρώτης, και τί μας δείχνει να κάνουμε. 
Ατενίζω νοερώς τα όρη της Πίνδου, και σκέπτομαι ότι αυτή η ραχοκοκαλιά της Ελλάδος, είναι ακόμη ο ιερός χώρος του έθνους. Είναι το ευλογημένο όρος απ όπου στα προϊστορικά χρόνια κατέβηκαν οι Έλληνες προς τους κάμπους και τη θάλασσα, για να οικοδομήσουν έναν μοναδικό πολιτισμό. Είναι το ανυπότακτο όρος, που από τα στήθη και τις πλαγιές του βγήκε η κραυγή Ελευθερία ή θάνατος, κι έδωσε πίσω στα παιδιά του την κλεμμένη από τους Τούρκους λευτεριά. Είναι το όρος των μεγάλων μηνυμάτων, που μας φέρνουν ως μυστικοί ιερείς οι Ευεργέτες.
Ας ρίξουμε μιαν ακόμη ματιά στους Ηπειρώτες Ευεργέτες: δεν είναι μόνον οι άνθρωποι που έδωσαν χρήματα πολλά για να γίνει τούτο κι εκείνο. Είναι οι άνθρωποι που δίνουν διαχρονικά νόημα και αξία στον πλούτο, είναι οι άνθρωποι που μετατρέπουν τη δύναμη σε κοινωνικότητα. Τέτοιο ήταν και το έργο των αδελφών Μάνθου και Γεωργίου, των Ριζαρών. Έργο το οποίο δεν έγινε μόνο κάποια παλιά χρόνια, αλλά συνεχίζεται ακόμη και σήμερα από σημερινούς γενναιόκαρδους Ηπειρώτες. 
Απέναντί τους έχουμε όλοι χρέος. Και περισσότερον όλων, η Εκκλησία. Όχι ότι έλαβε τα περισσότερα, αλλά διότι έλαβε τα κράτιστα: είδε τα χέρια τους να μοιράζουν την ευλογία του Θεού προς τους αδελφούς των και την πατρίδα τους. Γι αυτό και απευθυνόμενος στις μακάριες ψυχές των, επιτρέψτε μου να καταθέσω δίκην στεφάνου τους στίχους του Ανδρέα Κάλβου:
Ας μη βρέξει ποτέ το σύννεφον,
Και άνεμος σκληρός ας μη σκορπίσει, 
Το χώμα το μακάριον
Που σας σκεπάζει.

Οι Ζωσιμάδες, (Αναστάσιος, Ζώης, Νικόλαος), από τα Γιάννενα, που εδραίωσαν το Ηπειρωτικό όνομα σε κάθε ελληνική συνείδηση και έγινε γνωστό σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Στο όνομα των οποίων είναι αποτυπωμένη η Ζωσιμαία Σχολή, και δεκάδες άλλες ευεργεσίες, ώστε ο τότε Κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Καποδίστριας τους ευγνωμονεί για την προσφορά τους στο Έθνος.
Ο Γεώργιος Σταύρου, από τα Γιάννενα, μέλος της Επιτροπής της Διοίκησης της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας, στην κυβέρνηση Καποδίστρια, ο ιδρυτής της                Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος το 1841, του Ορφανοτροφείου και φημισμένες Τεχνικές Σχολές.
Ο Γεώργιος Χατζηκώστας, από τα Γιάννενα και ο αδερφός του Αναστάσιος, τα ονόματα των οποίων φέρνουν το νοσοκομείο Χατζηκώστα στα Ιωάννινα και στο Μεσολόγγι, ο Ναός του Αγίου Νικολάου στα Ιωάννινα, το Ορφανοτροφείο Χατζηκώστα στην Αθήνα κ. ά.
Ο Ζώης Καπλάνης από το χωριό Γραμμένο των Ιωαννίνων, μαζί με άλλα και την Καπλάνεια Σχολή στα Ιωάννινα με διδάσκαλο το γνωστό λόγιο και μεγάλο πατριώτη Αθανάσιο Ψαλίδα.
Ο Γεώργιος Αβέρωφ από το Μέτσοβο και ο αδελφός του Αναστάσιος Ιδρύει στην Αλεξάνδρεια Παρθεναγωγείο, ενώ στην Ελλάδα ενισχύει το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό με το «Θωρηκτό Αβέρωφ», που έγραψε σελίδες δόξας, την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου (Καλλιμάρμαρα), ανεγείρει τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Ο Νικόλαος Στουρνάρης από το Μέτσοβο, με το Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
Ο Μιχαήλ Τοσίτσας από το Μέτσοβο με το Ελληνικό Προξενείο στην Αλεξάνδρεια, όπου διορίζεται και Γενικός Πρόξενος στην Αλεξάνδρεια,  το Ναό του Ευαγγελισμού, τ’ αχνάρια του οποίου ακολούθησε η σύζυγός του Ελένη Τοσίτσα.
Ο Μάνθος και Γεώργιος Ριζάρης από το Μονοδέντρι Ζαγορίου, με την περίφημη Ριζάρειος Σχολή, ένα από τα σπουδαιότερα πνευματικά ιδρύματα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, τη Ριζάριο Χειροτεχνική Σχολή στο Μονοδέντρι, την περίφημη διαθήκη του…
Ο  Γεώργιος Σουγδουρής και ο Ιωάννης Δομπόλης, που διετέλεσε Υπουργός των Οικονομικών επί κυβέρνησης Καποδίστρια και μετέφερε όλη την περιουσία του εις την Ελλάδα από τη Ρωσία. Το όνομά του, με το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο Ιωάννης Μπάγκας από την Κορυτσά. Ανήγειρε το Ελληνικό Γυμνάσιο στην Κορυτσά ή Μπάγκειο, τη διαμόρφωση της πλατείας Ομόνοια με το Μπάγκειο  και το ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος, προσφορά του στο Ελληνικό Έθνος.
Ο Απόστολος Αρσάκης από την Χοταχόβα Πρεμετής με το Αρσάκειο Σχολείο στη Χοταχόβα Πρεμετής, το Αρσάκειο Σχολείο στο Ψυχικό, τα Αρσάκεια Σχολεία  στους Λογγάδες Ιωαννίνων, την Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία
Ο Ευάγγελος Ζάππας από το Λάμποβο της Βορείου Ηπείρου με πολλές ευεργεσίες στη Ρουμανία, με την περίφημη Ακαδημία και όπου αφιέρωσαν ολόκληρο τόμο στο όνομα του, ενώ έγινε ξακουστός με το Ζάππειο Μέγαρο στην Αθήνα.
Ο Κωνσταντίνος Ζάππας κι αυτός από το Λάμποβο Β. Ηπείρου, με το Ζάππειο Παρθεναγωγείο και την Αγία Τριάδα στην Κωνσταντινούπολη, το Ζάππειο Παρθεναγωγείο στην Αδριανούπολη, τη Ζάππειο Φοιτητική εστία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, ιδρύει σχολεία σε πολλά χωριά της Βορείου Ηπείρου.
Ο Χρηστάκης Ζωγράφος από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου, Β. Ηπείρου, επικεφαλής όλων των τραπεζικών της Ελλάδος,  όπου το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον αποκαλεί Μέγα Ευεργέτη με τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, τα Ζωγράφεια Σχολεία στο Κεστοράτι, Κωνσταντινούπολη … καθώς και οι γιοι του Γεώργιος και Σόλωνας, ο πρώτος διέπρεψε στην πολιτική ως Πρωθυπουργός της Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου και δυο φορές Υπουργός των Εξωτερικών της Ελλάδος.  Ο Χρ. Ζωγράφος αποκαλείται ως ο ισχυρός προστάτης της παιδείας.
Ο Γεώργιος Σίνας από τη Μοσχόπολη της Β. Ηπείρου, ο ενωτής της Βούδα και Πέστη στη Ρουμανία με τη μεγάλη Γέφυρα, με το Αστεροσκοπείο Αθηνών καθώς  και
Ο  Σίμων Σίνας δεύτερος κατά σειρά μεγάλος ευεργέτης με τη  Σιναία Ακαδημία Αθηνών, τα αγάλματα του Πλάτωνα, του Σωκράτη, της Αθηνάς και του Απόλλωνα που στολίζουν την Ακαδημία Αθηνών.
Η οικογένεια Μαρούτση από την Παραμυθιά Θεσπρωτίας, με πολλές ευεργεσίες στη Βενετία, Ρωσία, την Μαρουτσαία Σχολή στα Ιωάννινα με πρώτο διευθυντή τον Ευγένιο Βούλγαρη.
Ο Σωτήριος Βούλγαρης από την Παραμυθιά με τα περίφημα καταστήματα κοσμημάτων στη Ρώμη γνωστά ως Οίκος Βούλγαρης, το Δημοτικό Σχολείο Παραμυθιάς κ.ά.

Οι βλαχόφωνοι Ηπειρώτες στυλοβάτες του ελληνισμού στη Β. Ήπειρο



Οι βλαχόφωνοι Ηπειρώτες στυλοβάτες του ελληνισμού στη Β. Ήπειρο
 
Γράφει ὁ Παναγιώτης Παπαδόπουλος
Φιλόλογος - Καθηγητής
(Στὴν Ἐφημερίδα «Λαὸς Ἠμαθίας» 16.10.2010)


Οἱ Ἕλληνες τῆς Β. Ἠπείρου, ὅπως καί οἱ ὑπόλοιποι τῶν διαφόρων περιοχῶν ὅπου ἦταν ἐγκατεστημένοι ἀπό τούς ἀρχαιοτάτους χρόνους, διατήρησαν τήν ἐθνική τους ἰδιαιτερότητα πού στηριζόταν σέ διάφορα πολιτιστικά στοιχεῖα, ἰδιαίτερα στή γλώσσα. Κατά τό χρονικό διάστημα τῆς ρωμαιοκρατίας ἡ στενή ἐπαφή Ἑλλήνων καί Ρωμαίων εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθεῖ ἡ λατινογενής διάλεκτος πού χρησιμοποιεῖται ἀπό ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ, μέχρι σήμερα.

Ὅταν ἡ Ρωμαϊκή κυριαρχία ἑδραιώθηκε στήν Ἑλληνική χερσόνησο, ἡ χώρα διαιρέθηκε σέ ἐπαρχίες, ὀργανωμένες στρατιωτικά καί διοικητικά. Στή συνέχεια στά στρατηγικά μέρη τῆς Ἠπείρου καί τῆς Θεσσαλίας ἐπιβλήθηκε στρατολογία τῶν κατοίκων. Οἱ στρατολογημένοι αὐτοί Ἕλληνες τῆς Ἠπείρου, στό μεγαλύτερο ποσοστό, καί λιγότερο Θεσσαλοί καί Μακεδόνες, ἦσαν φυσικό σάν ὑπάλληλοι τῶν Ρωμαίων νά ὑποστοῦν τή γλωσσική ἐπίδρασή τους. Ἡ λατινική γλώσσα πού ἀναγκαστικά χρησιμοποιοῦν οἱ Ἕλληνες φύλακες τῶν συνόρων-διαβάσεων, ἀνακατεμένη μέ Ἑλληνικά γλωσσικά στοιχεῖα δημιούργησε τό μέχρι σήμερα ὁμιλούμενο ἰδίωμα τῶν Βλάχων (1).

Ἀλλά καί ὁ συμπολίτης μας Δρ. κ. Ἀντώνης Κολτσίδας, στό σύγγραμμά του, ἐπικαλούμενος τίς μαρτυρίες τοῦ Α. Κεραμόπουλου, συνηγορεῖ μέ τήν ἄποψη ὅτι ἡ στενή ἐπαφή καί ἐπικοινωνία τῶν Ἑλλήνων μέ τούς Ρωμαίους θά γίνει ἀφορμή γιά τή δημιουργία τῆς διαλεκτικῆς μορφῆς πού μιλοῦσαν οἱ βλαχόφωνοι Ἠπειρῶτες Ἕλληνες. Ὡς ἱστορικός καί πολυγραφότατος συγγραφέας ὁ κ. Α. Κολτσίδας καταθέτει καί τήν προσωπική του μαρτυρία, ἀπό τήν πολύχρονη ἐρευνητική του προσπάθεια, βλάχος καί ὁ ἴδιος, ὅτι τά πρῶτα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, ἀρχίζει ἡ διαμόρφωση τῆς βλάχικης γλώσσας. «Ἀκόμα ἀπό συζητήσεις πού ἔκανα μέ γέροντες αἰωνόβιους Κουτσόβλαχους μπόρεσα νά ἀντλήσω πολλά στοιχεῖα, κυρίως γλωσσικά, γιά νά μπορέσουμε ἔτσι νά παρακολουθήσουμε τήν ἐξέλιξη τῆς γλώσσας ἀπό τά πρῶτα βήματα τῆς δημιουργίας της μέχρι σήμερα». Σέ ἄλλη σελίδα συμπληρώνει: «Οἱ Βλάχοι ἦταν καί ἐξακολουθοῦν νά εἶναι, ἀπό τή στιγμή πού διαφοροποιήθηκαν μόνο γλωσσικά καί ὄχι φυλετικά, γνήσιοι, καθαρά Ἕλληνες ἀδελφοί καί ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα καί τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου (2).

Ἕνας ἄλλος ἱστορικός τῆς πρωτοβυζαντινῆς περιόδου γράφει: «Ὅσοι μιλοῦσαν λατινικά στίς Ἑλληνικές περιοχές διαφύλαξαν τή συνείδηση τῆς καταγωγῆς τους, γιατί οἱ κάτοικοί τους ἦταν στό σύνολό τους Ἕλληνες, μιλοῦσαν δέ λατινικά ἰδίως οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι (3).

Σέ ὅλο τό διάστημα τῆς Τουρκικῆς σκλαβιᾶς οἱ λατινόφωνοι πληθυσμοί διατήρησαν τήν ἐθνική τους συνείδηση ἀλώβητη. Ἐκτός τούτου συνέβαλαν στήν ἐθνική καί πολιτιστική ἀναγέννηση τῆς φυλῆς μας.

Σ’ ὅλες τίς ἐπαναστατικές δραστηριότητες τῶν Ἑλλήνων ἀπό τήν ἐποχή τῆς δημιουργίας Ἑλληνικοῦ κράτους μέχρι τούς Βαλκανικούς πολέμους 1912-13, ὁ Βλαχόφωνος Ἑλληνισμός παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Ἀκόμη καί στά δύσκολα χρόνια του Μακεδονικοῦ ἀγώνα οἱ Βλαχόφωνοι μέ τούς Σλαβόφωνους Ἕλληνες, συγκροτοῦν τά πρῶτα ἀντάρτικα σώματα γιά νά ἀντιμετωπίσουν τούς Βουλγάρους κομιτατζῆδες καί τήν ἀπειλή πού ἐξέφραζαν.

Τήν ἴδια ἐποχή, Ἕλληνες Ἠπειρῶτες βλαχόφωνοι ἐφοπλιστές τοῦ ἐξωτερικοῦ συνδράμουν οἰκονομικά τό Ἑλληνικό κράτος στά ἐξοπλιστικά τους προγράμματα, στόν πόλεμο ἐναντίον τῶν Τούρκων. Ὁ Βλαχόφωνος Ἀβέρωφ ἔδωσε τά χρήματα γιά νά ἀγορασθεῖ τό, γνωστό γιά τήν ἱστορία του, θωρηκτό «Ἀβέρωφ» (1).

Στήν προσπάθειά μας νά δώσουμε μία πλήρη εἰκόνα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Β. Ἠπείρου κατά τό παρελθόν, πρίν ἀναφερθοῦμε στά γεγονότα τῶν τελευταίων ἐτῶν, κρίναμε σκόπιμο νά ἀναζητήσουμε κάποια στοιχεῖα γιά τόν πληθυσμό καὶ τήν ἐκπαίδευση στά χρόνια της ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Στήν ἐπιστημονική της ἐργασία ἡ Δρ. Ἀθηνᾶ Κολτσίδα, συμπολίτισσά μας γράφει: «Στή διάρκεια αὐτῶν τῶν χρόνων (18ος – 19ος καί τά πρῶτα χρόνια τοῦ 20οῦ αἰώνα) ὁ πληθυσμός τῶν οἰκισμῶν ἀκολουθοῦσε τά ἑκάστοτε μεγέθη των, τά ὁποῖα ἀναφέρονται σέ διάφορες πηγές καί ἐπισημαίνονται ἀπό περιηγητές καί μελετητές τῆς ἐποχῆς. Ὁ Ἑλληνισμός τῆς Β. Ἠπείρου ἀναμφισβήτητα ὑπερέβαινε τά δύο τρίτα του συνολικοῦ πληθυσμοῦ καί πρωτοστατοῦσε τόσο στήν πνευματική ὅσο καί στήν οἰκονομική ζωή. Ἐξάλλου δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι ἡ γλώσσα δέν ἀποτελοῦσε ἀπό μόνη της μοναδικό κριτήριο γιά τήν ἐθνικότητα ὅσων τήν χρησιμοποιοῦσαν, ἀφοῦ γιά τόν καθορισμό τῆς ἐθνικότητας κάποιου, πιό μεγάλη βαρύτητα ἀποκτοῦσε ἡ συνείδηση, ἡ θρησκεία καί ἡ παράδοση των…

Ἐπιπλέον οἱ Ἕλληνες, ἐκτός ἀπό τά Ἑλληνικά, μιλοῦσαν τά ἀρωμουνικά (βλάχικα), καί τά ἀλβανικά καί εἶχαν ὅλοι τους ἑνιαία ἑλληνική καί χριστιανική συνείδηση».
Ὡς πρός τόν πληθυσμό ἡ συγγραφέας σημειώνει: «Ὁ συνολικός πληθυσμός τῶν κατοίκων τῆς Β. Ἠπείρου ἀνερχόταν (στά χρόνια 1872-1874) σέ 126.568 κατοίκους: 40.375 στήν περιοχή Δρυϊνουπόλεως (σαντζάκι Ἀργυροκάστρου), 19.613 στήν ἐπαρχία Κορυτσᾶς (σαντζάκι Κορυτσᾶς), 2.500 στά τμήματα τῶν καξάδιων Πωγωνίου καί Φιλιατῶν…».

Σύμφωνα μέ τόν «Ἐθνολογικό χάρτη τῆς Β. Ἠπείρου τοῦ 1913» ἡ Β. Ἤπειρος κατοικοῦνταν ἀπό 228.422 κατοίκους ἀπό τούς ὁποίους οἱ 116.888 ἦταν Ἕλληνες καί οἱ 111.534 Ἀλβανοί, δηλ. 51,1% Ἕλληνες καί 48,9% Ἀλβανοί.

Ἀπό τόν πίνακα πού ἀκολουθεῖ φαίνεται ἡ ὑπεροχή τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ ἔναντι τοῦ Ἀλβανικοῦ στή Β. Ἤπειρο τό 1913.
Κορυτσᾶ: Ἕλληνες 32.873 – Ἀλβανοί 35.804
Χειμάρρα: Ἕλληνες 6.188 – Ἀλβανοί 4.460
Λεσκοβίκιο: Ἕλληνες 6.455 – Ἀλβανοί 3.993
Τεπελένι: Ἕλληνες 6.093 – Ἀλβανοί 6.727
Γεν. Σύνολο: Ἕλληνες 116.888 – Ἀλβανοί 111.534

Σέ ὅλες τίς στατιστικές στήν ἀναφερόμενη πιό πάνω περίοδο, ἀναγνωρίζεται ἡ ὑπεροχή τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου στή Β. Ἤπειρο. Ἀκόμη καί στήν Τουρκική στατιστική τοῦ 1908 οἱ Ἕλληνες ἀνέρχονται σέ 128.000 καί οἱ Ἀλβανοί 95.000 (4). Ὕστερα ἀπό αὐτά καταλαβαίνει καθένας μας, πῶς λειτουργεῖ τό διεθνές δίκαιο στήν ἀπονομή τῆς δικαιοσύνης, ὅταν αὐτή στηρίζεται στή δύναμη τοῦ ἰσχυρότερου τῶν ὅπλων.





Οἱ Βλάχοι ἦταν καί ἐξακολουθοῦν νά εἶναι, ἀπό τή στιγμή πού διαφοροποιήθηκαν μόνο γλωσσικά καί ὄχι φυλετικά, γνήσιοι, καθαρά Ἕλληνες ἀδελφοί καί ἀπόγονοι τοῦ Λεωνίδα καί τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου

ΗΠΕΙΡΟΣ

Ιστορία - Πολιτισμός

 
 

Το ταξίδι στην Ήπειρο, μοιάζει με παιχνίδι της φαντασίας στον μύθο και στην πραγματικότητα. Η ιστορία της ξεκινά από τα βάθη των αιώνων , οι δε Ηπειρώτες έχουν ξεχυθεί σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη από την αρχαιότητα ως τις ημέρες μας. Πάντοτε η Ήπειρος αποτελούσε ένα ζωντανό κομμάτι του Ελληνισμού. Η γεωγραφική της θέση καλύπτει το βορειοδυτικό τμήμα του ελλαδικού χώρου. Ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα της Ηπείρου είναι ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα μπορείς να μεταφερθείς από το βουνό στη θάλασσα.
Οι αρχαίοι ονόμαζαν Ήπειρο το κομμάτι από την Αιτωλία στο Νότο ως την Ιλλυρία (σημερινή Αλβανία) στα Βόρεια, λογαριάζοντας μέσα και τη Λυχνίτιδα λίμνη και μέρος της Μακεδονίας ως τη σημερινή Φλώρινα.
Κυριότερα προϊόντα που παράγονται στην Ήπειρο είναι τα δημητριακά, τα εσπεριδοειδή, ο καπνός το βαμβάκι, οι ελιές στις δυτικές περιοχές Θεσπρωτία, Πρέβεζα. Στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων το υπέδαφος έχει πολύ μάρμαρο.

Ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Περιφέρειας Ηπείρου είναι η Αρχαιολογική Συλλογή Άρτας, η οποία στεγάζεται από το 1973 στην Τράπεζα της Μονής Παρηγορήτισσας Άρτας, κτίσμα του 13ου αι. μ.Χ. Μελλοντικά προβλέπεται η κατασκευή σύγχρονου Μουσείου στην πόλη της Άρτας.
Στη Συλλογή περιλαμβάνονται: Επιτύμβιες στήλες και κτερίσματα από τα νεκροταφεία της αρχαίας Αμβρακίας, Ευρήματα από την πόλη της αρχαίας Αμβρακίας, Ευρήματα από το σπήλαιο "Κουδουνότρυπα", Ευρήματα από άλλες θέσεις του Νομού Άρτας.

Ιστορία
Με τα ευρήματα στη σπηλιά του Ασπροχάλικου, στο Λούρο ποταμό, στο φαράγγι του Βίκου, στην Καστρίτσα και σε άλλα σημεία, είναι βέβαιο πως η ανθρώπινη παρουσία στην Ήπειρο ανάγεται στα 40.000 χρόνια π.Χ.
Κατά το 3.000 - 2.000 π.χ. εμφανίζονται οι Πελασγοί που θεωρούνται πρόγονοι των ελληνικών φυλών και των Ιλλυριών (Σελλοί, Έλλοπες, Κασσωπαίοι, Μολοσσοί, Αθαμάνες, Δρύοπες, κ.α. - περίπου 14 φυλές).
Οι Μολοσοί είχαν ισόβιους βασιλείς, ενώ άλλες φυλές εξέλεγαν ετήσιους αρχηγούς. Οι πληροφορίες μας για τη ζωή των φυλών αυτών μέχρι το 800 π.χ. είναι λιγοστές. Στα 800 - 600 π.χ. οι Κορίνθιοι ιδρύουν στα παράλια της Ηπείρου αποικίες (όπως την Αμβρακία, την Απολλωνία και την Επίδαμνο), ενώ το 500 π.X. ιδρύεται η ομοσπονδία των Ηπειρωτικών φυλών από το βασιλιά των Μολοσσών Θαρύπα. Τον Θαρύπα διαδέχονται ο Αλκέτας και ο Αρύβας που δίνει την ανεψιά του στον βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππο τον Β', πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μετά τον Αρύβα βασιλεύει ο αδελφός της Ολυμπιάδος Αλέξανδρος, ο οποίος σκοτώθηκε σε εκστρατεία στην Ιταλία. Ο Μέγας Αλέξανδρος που δημιούργησε τη μεγάλη Μακεδονική Αυτοκρατορία, περιέλαβε και την Ήπειρο ως επαρχία του. Στα 307 π.Χ. βασιλεύουν ο Πύρρος και ο Νεοπτόλεμος. Στη μεταξύ τους διαμάχη, επικρατεί ο Πύρρος. Ο Πύρρος μεταφέρει την πρωτεύουσα από την Πασαρώνα στην Αμβρακία και με τα στρατηγικά του προσόντα και τη φιλοδοξία του ανέδειξε την Ήπειρο σε σπουδαίο Ελληνικό κράτος. Υπέταξε τη Μακεδονία, έκανε μεγάλες εκστρατείες στην Ιταλία, Σικελία και στην Πελοπόννησο, όπου και το 272 π.χ. βρήκε το θάνατο στο Άργος από κεραμίδι που του πέταξε η μάνα ενός αντίπαλου στρατιώτη.

Μετά το Θάνατο του Πύρρου, επικράτησε ανωμαλία, αντιπαλότητες και επαναστάσεις. Στη διαμάχη Ρωμαίων - Μακεδόνων, η Ήπειρος ισοπεδώνεται (καταστρέφονται 70 πόλεις και 150.000 Ηπειρώτες οδηγούνται σκλάβοι στη Ρώμη). Η σύγκρουση έληξε με την ανακήρυξη δημοκρατίας που επέζησε μέχρι το 167 π.Χ. Μετά την κατάκτηση από τους Ρωμαίους, η Ήπειρος αποτέλεσε τμήμα της Μακεδονικής Επαρχίας και λεηλατήθηκε για δεύτερη φορά το 88 π.Χ. από θρακικά στρατεύματα. Κατά την ρωμαϊκή κυριαρχία, η περιοχή αποτελεί πεδίο συγκρούσεων ρωμαϊκών στρατευμάτων, με αποτέλεσμα – όπως περιγράφει ο Στράβων- η ύπαιθρος να ερημώσει και πολλά οχυρά και πόλεις να εγκαταλειφθούν.

Με την ίδρυση της Νικόπολης από τον Αύγουστο, στην πόλη μεταφέρονται κάτοικοι από μια μεγάλη ακτίνα της περιοχής, επιτείνοντας ακόμα περισσότερο την ερήμωση της υπαίθρου. Κατά τη διανομή των επαρχιών που πραγματοποιεί ο Αύγουστος το 27 π.Χ., η παλαιά Ήπειρος διχοτομείται: το βόρειο τμήμα είναι προσαρτημένο στην επαρχία Μακεδονίας, η οποία διαθέτει εκτεταμένο άνοιγμα προς το Αδριατικό Πέλαγος με τους λιμένες του Δυρραχίου και της Απολλωνίας, ενώ το νότιο τμήμα υπάγεται στην επαρχία της Αχαΐας.
Από το 396 μ.Χ. στην Ήπειρο σημειώθηκαν διαδοχικές εισβολές γερμανικών φυλών, Ούνων, Οστρογότθων, Βουλγάρων, Σλάβων που εγκαθίστανται και Σαρακηνών. Το 1059 πραγματοποιείται νέα εισβολή Σλάβων - Νορμανδών και επαναστάσεις. Το 1205 ο Μιχαήλ Άγγελος ίδρυσε το Δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα την Άρτα και με υπηκόους Έλληνες, Σλάβους, Αλβανούς και άλλους. Ακολουθεί υποταγή στους Βουλγάρους και το 1236 επανιδρύεται το Δεσποτάτο της Ηπείρου από τον Μιχαήλ Άγγελο τον Β' , που επιζεί 100 χρόνια. Το 1335 η Ήπειρος υπάγεται ξανά στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Γεωγραφία
Η Ήπειρος συνορεύει ΝΑ με τη Στερεά Ελλάδα, ανατολικά με τη Θεσσαλία και ΒΑ με τη Μακεδονία. Στη βορειοδυτική πλευρά συνορεύει με την Αλβανία, ενώ ολόκληρη η δυτική πλευρά και η νοτιοδυτική βρέχεται από το Ιόνιο Πέλαγος και τον Αμβρακικό Κόλπο. Έχει έκταση 9.203 τετρ. χλμ., ο δε πληθυσμός της είναι 324.541 κάτοικοι (σύμφωνα με την τελευταία απογραφή).
Η Ήπειρος αποτελείται από τέσσερις νομούς: Άρτας, Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων και Πρέβεζας. Η μεγαλύτερη οροσειρά της Ηπείρου, η οποία είναι και η σπουδαιότερη όλης της Ελλάδας είναι η Πίνδος. Ο Γράμμος, ο Σμόλικας, η Τύμφη, τα Αθαμανικά Όρη και τα βουνά Τσαμαντά Φιλιατών, Παραμυθιάς, Σουλίου είναι διακλαδώσεις της Πίνδου.

Τουρισμός
Οι κλιματολογικές συνθήκες και η διαμόρφωση του εδάφους κάνουν την Ήπειρο αξιόλογη όχι μόνο για τις διακοπές, αλλά και για ιστορική μελέτη, μια και η ιστορία με το σήμερα είναι τόσο κοντά και συνάμα τόσο μακριά. Από τα δύσβατα και απρόσιτα βουνά με πρώτη την Πίνδο, το μυθικό Αχέροντα, τα Γιάννενα, την Άρτα και από την άλλη τα ακρογιάλια, τις σύγχρονες πολιτείες και τα χωριά. Ανατολικά η οροσειρά της Πίνδου ήταν πάντα όπως και σήμερα το φυσικό χώρισμα από τη Θεσσαλία, αδιαπέραστο ακόμα και τώρα οδικά το χειμώνα. Μέσα στη Ήπειρο οι κυριότεροι ποταμοί είναι ο Αώος, ο Θύαμις ή Καλαμάς, ο Αχέροντας, ο Λούρος, ο Άραχθος και ένα κομμάτι του Αχελώου. Η πιο μεγάλη και πιο γνωστή λίμνη είναι η Παμβώτιδα ή λίμνη των Ιωαννίνων, χάρη στο Νησί και την ιστορία του Αλή Πασά. Υπάρχουν βέβαια και μικρότερες λίμνες.


Νομός Θεσπρωτίας

Γενικά
Πρωτεύουσα του νομού Θεσπρωτίας είναι η Ηγουμενίτσα, η οποία βρίσκεται στο μυχό του ομώνυμου κόλπου, αποτελώντας το μεγαλύτερο, μετά την Πάτρα, λιμάνι της χώρας μας στην Ανατολική Ελλάδα.
Η οικονομία της περιοχής βασίζεται, κατά κύριο λόγο στην αγροτική παραγωγή. Στις πεδινές εκτάσεις των εκβολών του Καλαμά και του Αχέροντα — χάρη στα αποστραγγιστικά έργα μεγάλες βαλτώδεις και ελώδεις περιοχές μετετράπησαν σε υψηλής παραγωγικότητας αρδεύσιμη καλλιεργήσιμη γη — καλλιεργούνται εσπεριδοειδή, ρύζι, καλαμπόκι και ακτινίδια.
Στα παράλια και στις χαμηλές κοιλάδες της ενδοχώρας η ελιά. Από τα πλούσια σε νερά ποτάμια της Θεσπρωτίας — τον Καλαμά στα βόρεια και τον Αχέροντα στα νότια, στα σύνορα με το Ν. Πρέβεζας — αρδεύεται το σύνολο των παραποτάμων πεδινών εκτάσεων. Στα παραποτάμια λιβάδια και στα ορεινά βοσκοτόπια αναπτύσσεται η κτηνοτροφία των μικρών, κυρίως, ζώων (αιγοπροβάτων) και, κατά δεύτερο λόγο, των βοοειδών, γνωστών ήδη από την αρχαία φιλολογική παράδοση. Υπάρχουν επίσης αξιόλογες βιοτεχνίες και ελάχιστες μικρού μεγέθους βιομηχανίες, ενώ μεγάλη ανάπτυξη παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια ο τουρισμός, οι μεταφορές και το εμπόριο, απασχολώντας το 1/3 του ενεργού πληθυσμού του νομού.

Ιστορία
Οι ευελίμενες ακτές της Θεσπρωτίας και η πρόσφορη θέση της ως προς την Ιταλία και την Αδριατική (Πολύβιος: "πρόκεινται της Ελλάδος προς την Ιταλία") μετά από τους Μυκηναίους κίνησαν και το ενδιαφέρον των νοτίων Ελλήνων των ιστορικών χρόνων. Ο αποικισμός των Ηλείων τον 8 αι. π.Χ. και των Κορινθίων και Κερκυραίων τον 7 και 6 π.Χ. από τον Αμβρακικό μέχρι την Επίδαμνο, επέφερε την επανασύνδεση των σχέσεων της Ηπείρου με τη Ν. Ελλάδα.

Στις αρχές του 4 π.Χ. αι. οι Μολοσσοί προσαρτίζουν τη Δωδώνη, την Κασσωπαία και γενικά ολόκληρη την ανατολική Θεσπρωτία, περιορίζοντας την εδαφική επικράτεια των Θεσπρωτών, οι οποίοι αν και επεκτάθηκαν στην Νότια Κεστρίνη, δεν είναι σε θέση να συναγωνιστούν τους Μολοσσούς και, πιθανότατα, υποχρεώνονται να προσχωρήσουν στο Κοινό των Μολοσσών ή στην Συμμαχία των Ηπειρωτικών που συστήνεται το 333/323 π.Χ. από τους Μολοσσούς και τους Θεσπρωτούς.

Στον 4 αι. π.Χ. τοποθετείται η ίδρυση των πρώτων οικισμών μεγέθους μιας πραγματικής πόλης. Το δεύτερο μισό του 4 αι. π.Χ. αποτελεί έναν σημαντικό σταθμό στην ιστορία της Θεσπρωτίας: οι μικρές ατείχιστες κώμες συνοικίζονται, τειχίζονται και δημιουργούνται με πλήρη οικιστική οργάνωση. Στα τέλη του 4ή το αργότερο στις αρχές του 3π.Χ. εντείνεται, το φαινόμενο της δημιουργίας μεγάλων οχυρών περιβόλων. Την δημιουργία των οχυρωμένων αυτών οικισμών επέβαλαν λόγοι οικονομικοί, διοικητικοί ή αμυντικοί. Η ανάπτυξη αυτή των αστικών κέντρων θεωρείται μια από τις σημαντικότερες διαδικασίες της Θεσπρωτίας και της Ηπείρου γενικότερα μεταξύ του 4αι. π.Χ. και της Ρωμαϊκής κατάκτησης.

Την ήττα του Περσέα, του Μακεδόνα βασιλιά, βάσει των εντολών της Συγκλήτου (Πολύβιος, Livius ακολούθησε η πυρπόληση και καταστροφή των τειχών εβδομήντα (70) πόλεων της Ηπείρου από το Ρωμαϊκό στρατό. Η Θεσπρωτία ήταν από τις περιοχές που επλήγησαν σκληρά. Την Ρωμαϊκή καταστροφή του 167 π.Χ. ολοκλήρωσε το 88/87 π.Χ. μια δεύτερη, εξίσου μεγάλη από τους Θράκες μισθοφόρους του Μιθριδάτη ΣΤ΄. Οι δυο αυτές καταστροφές εξηγούν τη ζοφερή εικόνα που περιγράφει ο γεωγράφος Στράβων για την ύπαιθρο της Ηπείρου επί Εποχής Αυγούστου.
Ο Ρωμαϊκός εποικισμός ευνόησε την ανάπτυξη των πόλεων ή τουλάχιστον μερικών από αυτές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Φωτικής, βόρεια της Παραμυθιάς, της οποίας η ίδρυση ανάγεται στον 1ο π.Χ αι. Με την ίδρυση της Νικόπολης από τον Αύγουστο σε ανάμνηση της νίκης του στο Άκτιο κατά των ενωμένων δυνάμεων του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας το 31 π.Χ. ενισχύθηκε η εικόνα της ερήμωσης της υπαίθρου στην Θεσπρωτία, καθώς μεταφέρθηκαν και από το Θεσπρωτικό χώρο πληθυσμοί για τον συνοικισμό της νέας πόλης. Στην Νικόπολη παρέμεινε ένα χειμώνα ο Απόστολος των Εθνών Παύλος. Από τον 1μ.Χ. αι. υπήρχε χριστιανική κοινότητα στην Νικόπολη, από όπου φαίνεται ότι διαδόθηκε ο Χριστιανισμός σε όλη την ΒΔ Ελλάδα. Η Ρωμαϊκή παρουσία, με εξαίρεση την Φωτική, ήταν αισθητή κυρίως στα παράλια της Θεσπρωτίας.

Η περίφημη "Ρωμαϊκή ειρήνη" έγινε πραγματικά αισθητή στην Θεσπρωτία κατά τον 1ο και 2ο μ.Χ. αι. και μέχρι την περίοδο της μεγάλης κρίσης των μέσων του 3μ.Χ. αι. Η Ρωμαϊκή έπαυλη στη περιοχή του Λαδοχωρίου, με τις ανάγλυφες ρωμαϊκές μαρμάρινες σαρκοφάγους τα ιδιαίτερα σημαντικά ευρήματα από το Ρωμαϊκό νεκροταφείο του 3μ.Χ αι. στο οικόπεδο του Μουσείου Ηγουμενίτσας, ήρθαν να αποδείξουν ότι ο κόλπος της Ηγουμενίτσας, ο "έρημος λιμήν" του Θουκυδίδη, έπαιξε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας.
Ο εκτεταμένος οικισμός των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων που αποκαλύπτεται τα τελευταία χρόνια στην περιοχή του Λαδοχωρίου, στο μυχό του κόλπου της Ηγουμενίτσας φαίνεται ότι επέζησε και κατά την αμέσως επόμενη παλαιοχριστιανική περίοδο και αποτελεί το μακρινό πρόγονο της σημερινής πρωτεύουσας του Νομού Θεσπρωτίας.

Γεωγραφία
Θεσπρωτία ονομάζεται σήμερα η περιοχή στο βορειοδυτικό άκρο της Ηπείρου, την οποία από το 1937 καλύπτει ο ομώνυμος νομός, ένας από τους τέσσερις της Ηπείρου με έκταση 1525 τετρ.χλμ. και πληθυσμό 44.202 κατοίκους.

Ο Ν.Θεσπρωτίας βρέχεται στα Δυτικά από το Ιόνιο Πέλαγος, προς Βορά συνορεύει με την Αλβανία, προς Ανατολή με το Ν. Ιωαννίνων και νότια με το Ν. Πρέβεζας. Η Θεσπρωτία είναι χώρα κατεξοχήν ορεινή και σχηματίζεται από τις δυτικές οροσειρές της Πίνδου, που βαθμιαία χαμηλώνουν προς τη θάλασσα και από στενόμακρες κοιλάδες ανάμεσα στις οροσειρές.
Οι πεδινές περιοχές στα παράλια, οι πεδιάδες που έχουν σχηματισθεί από τις προσχώσεις των Καλαμά και Αχέροντα και στην ενδοχώρα, οι κοιλάδες των ίδιων ποταμών και των παραποτάμων τους καλύπτουν μόλις το 5% της συνολικής έκτασης του νομού, καθιστώντας τη Θεσπρωτία μία από τις πλέον ορεινές περιοχές της χώρας μας. Η Θεσπρωτία ανήκει στη ζώνη της μεσογειακής χλωρίδας, με εξαίρεση τα υψηλότερα βουνά, όπου επικρατεί βλάστηση της Κεντρικής Ευρώπης.

Τουρισμός
Ο Νομός Θεσπρωτίας είναι ιδανικός προορισμός για τους φυσιολάτρες και τους οπαδούς του οικολογικού τουρισμού: Ο ποταμός Καλαμάς διασχίζει ένα φαράγγι ξεχασμένο από το χρόνο. Η χλωρίδα του φαραγγιού, έχει να δείξει μερικά από τα πιο σπάνια είδη λουλουδιών, πηγές αναβλύζουν από παντού. Σε ένα πραγματικά υποβλητικό τοπίο, η διαδρομή διακόπτεται από το γκρεμό στη θέση ``Φαραγγοπήδημα``. . Στη νοτιοανατολική Θεσπρωτία, κάτω από τα βουνά του Σουλίου κυλάει ο ποταμός Αχέρων, το ποτάμι των νεκρών και των θρήνων. Η Θεσπρωτία, χώρα του Αϊδωνέως-Άδη, με το περίφημο Νεκρομαντείο στις όχθες του ποταμού, γεμίζει από τους μύθους και τους θρύλους από τα βάθη των αιώνων.
Στη Θεσπρωτία υπάρχουν πολλές μικρές λίμνες, με μεγαλύτερη τη λίμνη του Καλοδικίου Ο Νομός προσφέρει ποικίλα ακόμα αξιοθέατα: Χερσόνησος Λυγιάς: τείχη των τριών οχυρωμένων οικισμών της Κερκυραϊκής Περαίας, Πύργος Ραγίου: μικρό στρατιωτικού χαρακτήρα κάστρο και μεταβυζαντινός πύργος, Λαδοχώρι (Πετρέλαια): Ρωμαϊκή έπαυλη με νεκρικό θάλαμο με ανάγλυφες σαρκοφάγους (2-3 αι.), Πρασούδι: ερείπια παλαιοχριστιανικού ναΐσκου, Κάστρο Ηγουμενίτσας: στο λόφο ανατολικά της Νομαρχίας Δέλτα παλαιών εκβολών Καλαμά, Δρέπανο — Μακρυγιάλι: αμμώδεις παραλίες κοντά στην Ηγουμενίτσα.


Ν.Ιωαννίνων

Γενικά
Ο νομός Ιωαννίνων είναι ο μεγαλύτερος σε έκταση και πληθυσμό νομός της Ηπείρου. Πρωτεύουσα του νομού είναι η πόλη των Ιωαννίνων. Το κλίμα του νομού είναι ηπειρωτικό με μεγάλες βροχοπτώσεις ολόκληρο το χρόνο. Η οικονομία του νομού βασίζεται στην κτηνοτροφία, την γεωργία και το δασικό πλούτο. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται η βιοτεχνία και η βιομηχανία.

Ιστορία
Οι πρώτες ενδείξεις ανθρώπινης κατοίκησης στο νομό των Ιωαννίνων χρονολογούνται τη Μέση Παλαιολιθική περίοδο. Την παρουσία του παλαιολιθικού ανθρώπου μαρτυρούν τα λίθινα εργαλεία, που βρέθηκαν στις ανασκαφές που έγιναν στο σπήλαιο της Καστρίτσας. Άλλα ευρήματα από την ίδια θέση και τη θέση Κλειδί στην κοιλάδα του Βοϊδομάτη, βεβαιώνουν τη συνέχιση της κατοίκησης και κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική περίοδο (33.000-8.000π.Χ.). Η περιοχή θεωρείται ότι υπήρξε η αρχική κοιτίδα των ελληνόφωνων φύλων και είναι ενδεικτικό ότι ο Αριστοτέλης στο έργο του “Μετεωρολογικά” αναφέρει ότι ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας συνέβη “περί την Ελλάδα την αρχαίαν, περί την Δωδώνην και τον Αχελώον,” γιατί στην περιοχή αυτή κατοικούσαν, “οι καλούμενοι τότε μέν Γραικοί νυν δ' Έλληνες.” Γύρω στον 13ο και 12ο αι π.Χ μετακινήσεις νέων ελληνικών φύλων αναστάτωσαν την περιοχή. Ένα νέο φύλο, οι Μολοσσοί, εγκαταστάθηκε στην ανατολική και κεντρική Ήπειρο αναγκάζοντας τους Θεσπρωτούς να περιορισθούν στα δυτικά.
Η Δωδώνη παρέμεινε Θεσπρωτικό ιερό, ενώ οι Μολοσσοί είχαν ως θρησκευτικό τους κέντρο την Πασσαρώνα, που τοποθετείται στο σημερινό Ροδοτόπι. Τον 5ο αι π.Χ. το “ έθνος ” των Μολοσσών χάρη στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του βασιλιά Θαρύπα (423-385π.Χ.) βγήκε από την πολιτική αφάνεια και άρχισε να παίζει σημαντικό ρόλο στην Ηπειρωτική πολιτική σκηνή. Τα επόμενα χρόνια οι διάδοχοι του Θαρύπα ακολούθησαν την ίδια πολιτική, ενώ παράλληλα προσπάθησαν να επεκταθούν στη γειτονική Θεσπρωτία. Η επεκτατική πολιτική και η άνοδος των Μολοσσών ενισχύθηκε από τους Μακεδόνες βασιλείς με τους οποίους απέκτησαν και συγγενικούς δεσμούς με το γάμο της Ολυμπιάδος, αδελφής του βασιλέως των Μολοσσών Αλεξάνδρου με τον Φίλιππο, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.Στα τέλη του 4ου αι π.Χ. η σημερινή περιοχή των Ιωαννίνων, όπως άλλωστε και ολόκληρη η Ήπειρος εξαρτιόταν από τους Μακεδόνες έως το 295 π.Χ., όταν εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή ο Πύρρος (295-272 π.Χ.) που έγινε βασιλιάς των Μολοσσών.
Με τις εκστρατείες του στην Ιταλία προσπάθησε να επαναλάβει στη δύση την επιτυχία που είχε ο Μέγας Αλέξανδρος στην ανατολή. Το 280 π.Χ. νίκησε τους Ρωμαίους στην Ηράκλεια και λίγο αργότερα υπερίσχυσε των Καρχηδονίων στη Σικελία. Μετά τη μάχη στο Beneventum το 275 π.Χ., όπου νίκησε και πάλι τους Ρωμαίους, λόγω των σοβαρών απωλειών που είχε, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την Ιταλική χερσόνησο και να επιστρέψει στην Ελλάδα, όπου όμως στράφηκε κατά των Μακεδόνων, τους οποίους προσπάθησε να εκδιώξει από τη Νότιο Ελλάδα. Το 272 π.Χ. ο Πύρρος σκοτώθηκε στο Άργος και με τον θάνατο του η Ήπειρος έπαψε να διαδραματίζει ενεργό μέρος στα πολιτικά δρώμενα στον ελλαδικό χώρο. Οι διάδοχοί του δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν το έργο του. Το 234/2 π.Χ. οι Ηπειρώτες αναγκάστηκαν να καταργήσουν τη βασιλεία και τη διοίκηση ανέλαβε το Κοινό των Ηπειρωτών (232-167 π.Χ.), με έδρα του το Βουλευτήριο της Δωδώνης.
Το Κοινό των Ηπειρωτών βρισκόταν κάτω από την επιρροή των Μακεδόνων, τους οποίους βοήθησε στους πολέμους τους εναντίον των Ρωμαίων. Την κλασσική εποχή δύο οργανωμένες πόλεις κυριαρχούν στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, η Πασσαρώνα (στο λόφο Γαρδίκι Ροδοτοπίου), πρωτεύουσα του κράτους των Μολοσσών και η Τέκμων (στο λόφο της Καστρίτσας). Και οι δύο ήταν οχυρωμένες με πολυγωνικά τείχη, των οποίων λείψανα σώζονται ακόμη και σήμερα.
Το 168 π.Χ. η Ήπειρος καταλήφθηκε από τους Ρωμαίους και πλήρωσε ακριβά την πίστη της στους Μακεδόνες. Οι πηγές αναφέρουν ότι 70 Ηπειρωτικές πόλεις καταστράφηκαν με πρωτοφανή αγριότητα, από τις λεγεώνες του Αιμιλίου Παύλου και 150.000 κάτοικοι πουλήθηκαν ως δούλοι. Το 30 π.Χ., μετά τη ναυμαχία στο Άκτιο, ιδρύθηκε από τον Οκταβιανό Αύγουστο η Νικόπολη στη χερσόνησο της σημερινής Πρέβεζας. Η Νικόπολη συνοικίσθηκε από τους κατοίκους των Ηπειρωτικών και Ακαρνανικών πόλεων και με την ακμή που γνώρισε σύντομα δημιούργησε νέες προϋποθέσεις για την Ήπειρο. Τα πρώτα χριστιανικά χρόνια η περιοχή του σημερινού νομού των Ιωαννίνων ανήκε στη Ρωμαϊκή Επαρχία Παλαιά Ήπειρος (Epirus Vetus) με πρωτεύουσα τη Νικόπολη, από την οποία εξαρτιόταν διοικητικά και θρησκευτικά, Από τις πρώτες εκκλησίες, που κτίστηκαν αφιερωμένες στη νέα θρησκεία, ήταν η βασιλική της Δωδώνης, η οποία κτίστηκε μέσα στο αρχαίο Ιερό και δέχθηκε ριζικές επισκευές, ιδιαίτερα κατά τον 6ο αι μ.Χ. Δεν υπάρχουν ιστορικές πληροφορίες για την ευρύτερη περιοχή των Ιωαννίνων την εποχή αυτή, γεγονός που δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο οι λιγοστές αρχαιολογικές έρευνες.
Πάντως τον 5ο και 6ο αι μ.Χ. ένα τμήμα της περιοχής θα πρέπει να υπέστη τις καταστρεπτικές συνέπειες των βαρβαρικών επιδρομών, που ως γνωστό ταλαιπώρησαν την Ήπειρο καθώς και την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο ιστορικός Προκόπιος μας πληροφορεί ότι οι Γότθοι λεηλάτησαν την περιοχή γύρω από τη Δωδώνη. Τη μακρινή αυτή εποχή θα πρέπει να αναζητήσει κανείς την απαρχή της σημερινής πόλης των Ιωαννίνων, που τους επόμενους αιώνες θα γνωρίσουν σημαντική ανάπτυξη και θα αποτελέσουν καθ' όλη τη διάρκεια της βυζαντινής εποχής μια από τις πιο αξιόλογες πόλεις της Ηπείρου.

Γεωγραφία
Ο Νομός Ιωαννίνων είναι ο μεγαλύτερος σε έκταση και πληθυσμό από τους νομούς της Ηπείρου. Συνορεύει ανατολικά με τους νομούς Καστοριάς, Γρεβενών, Τρικάλων και Άρτας, νότια με το νομό Πρέβεζας και δυτικά με το νομό Θεσπρωτίας. Στα βόρεια σύνορα είναι τα σύνορα με την Αλβανία. Έχει έκταση 4.990 τετ. χιλιόμετρα και ο πληθυσμός του είναι 161.667(τελευταία απογραφή). Είναι από τις ορεινές περιοχές της Ελλάδας με ψηλά βουνά (Πίνδος - Γράμμος - Σμόλικας κ.α.). Διασχίζεται από τα ποτάμια Αώο, Βοϊδομάτη, Καλαμά, Άραχθο, Λούρο και την αρχή του Αχελώου.

Τουρισμός
Τα Ζαγόρια (σλαβική λέξη που σημαίνει "πίσω απ' τα βουνα") βρίσκονται ανάμεσα στα Γιάννενα, το Μέτσοβο και την Κόνιτσα. Η περιοχή περιβάλλεται από ψηλά βουνά, κομμάτι της Βόρειας Πίνδου. Τα 46 ονομαστά χωριά του Ζαγορίου είναι χτισμένα σε περιοχές με δάση, πεύκα και έλατα, αλλά και σε γυμνές πετρώδεις περιοχές όπου δένουν αρμονικά η φυσική ομορφιά με τη μαστοριά την ανθρώπινη. Σε αυτήν την περιοχή βρίσκουμε πολλά ποτάμια, μικρά και μεγάλα, με τα γραφικά πέτρινα γεφύρια.

Όλα τα χωριά έχουν μια ιδιόμορφη παραδοσιακή αρχιτεκτονική. Η χαράδρα του Βίκου έχει κηρυχθεί εθνικός δρυμός το 1973 για να διαφυλαχθεί η σπάνια χλωρίδα και πανίδα. Είναι από τις ωραιότερες τοποθεσίες του ελλαδικού χώρου, κάτι που δύσκολα ξεχνά ο επισκέπτης. Το Μέτσοβο αποτελεί το πιο γνωστό τουριστικό μέρος της Ηπείρου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 1.160μ και το χειμώνα λειτουργεί οργανωμένο χιονοδρομικό κέντρο. Ο αναβατήρας λειτουργεί ως το καλοκαίρι. Το καλοκαίρι πραγματοποιούνται διάφορες εκδηλώσεις τόσο από το δήμο, όσο και από συλλόγους της περιοχής.


Ν.Πρέβεζας

Γενικά
Η οικονομία του νομού στηρίζεται κυρίως στην γεωργία (εσπεριδοειδή, σιτηρά, σταφύλια, λάδι και τα κηπευτικά) και την κτηνοτροφία (προβατοειδή και αιγοειδή). Σημαντικό έσοδο του νομού προέρχεται από την εκμετάλλευση των δασών, ενώ ο ορυκτός πλούτος (λιγνίτης) είναι μικρής σημασίας. Η βιομηχανία είναι υποτυπώδης και περιορίζεται στην επεξεργασία αγροτικών προϊόντων. Η Πρέβεζα έχει τακτική αεροπορική σύνδεση με την Αθήνα μέσω Ακτίου, ενώ η οδική σύνδεση με τις μεγάλες πόλεις της χώρας είναι πολύ συχνή. Η παραλιακή εθνική οδός Πρέβεζας - Ηγουμενίτσας συνδέει τις δύο πόλεις (απόσταση 95 χιλιόμετρα), μέσω δε της Ηγουμενίτσας η Πρέβεζα συνδέεται με την Ιταλία και κατ' επέκταση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Ιστορία
Με το όνομα και την ιστορία της Πρέβεζας είναι συνδεδεμένα το Άκτιο και η Νικόπολη. Η ναυμαχία του Ακτίου και η ίδρυση της Νικόπολης υπήρξαν γεγονότα καθοριστικά για την εξέλιξη του τόπου αλλά και για την ιστορία του τότε γνωστού κόσμου. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ., έγινε η ναυμαχία του Ακτίου μεταξύ των στόλων του Οκταβίου αφενός και της Κλεοπάτρας αφετέρου, κατά την οποία επεκράτησε ο Οκτάβιος. Επακόλουθό της (μετά την αυτοκτονία του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, τελευταίας βασίλισσας των Πτολεμαίων της Αιγύπτου) ήταν το τέλος της Ελληνιστικής και η αρχή της Ρωμαϊκής περιόδου και φυσικά η πλήρης επικράτηση του Οκταβίου. Σ΄ ανάμνηση της νίκης του, ο Οκτάβιος έκτισε την Νικόπολη, στο νοτιότατο άκρο της Ηπείρου. Αυτή γρήγορα αναπτύχθηκε σε μεγαλούπολη, αφού προικίσθηκε με εξαιρετικά προνόμια και ατέλειες, ως "ελεύθερη" ελληνική πόλη κι ο πληθυσμός της συγκροτήθηκε από βίαια "συνοικισθέντες" Έλληνες πολίτες από 20 περίπου πόλεις της Αιτωλ/νίας και της Ηπείρου, αλλά κι απ΄ την Κόρινθο - κι αυτή την Ιταλία ακόμη. Τα τρία λιμάνια της, η εξαιρετική γεωγραφική της θέση ως κόμβου μεταξύ Ηπείρου - Ακαρνανίας αλλά και Ελλάδος - Ιταλίας, η επανίδρυση των Ακτίων ως "ισολυμπίων γυμνικών και μουσικής ιπποδρομίας τε πεντετηρικών αγώνων", την μετέτρεψαν σε πόλο έλξης στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.

Γεωγραφία
Ο νομός Πρέβεζας καταλαμβάνει το νοτιοδυτικό τμήμα της Ηπείρου. Συνορεύει βόρεια με τους νομούς Ιωαννίνων και Θεσπρωτίας, ανατολικά με το νομό Άρτας, βρέχεται δυτικά από το Ιόνιο Πέλαγος και νοτιοανατολικά από τη Θάλασσα του Αμβρακικού κόλπου. Είναι ο μικρότερος σε έκταση και τρίτος σε πληθυσμό νομός της Ηπείρου, με συνολικό πληθυσμό 58.628 κατοίκους (απογραφή Ε.Σ.Υ.Ε. 1991). Μετά την ανασυγκρότηση της Πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης ο Νομός Πρεβέζης διαιρείται σε 8 Δήμους και 1 Κοινότητα. Πρωτεύουσα του Νομού είναι η Πρέβεζα. Το έδαφος του νομού είναι γενικά ορεινό, με ορισμένες χαμηλές εκτάσεις στις νότιες περιοχές. Ψηλότεροι ορεινοί όγκοι είναι το Ξεροβούνι (1.614 μ.), η Ζαρκοράχη (1.332 μ.) και τα Θεσπρωτικά βουνά (1.274 μ.) Κυριότερες πεδιάδες είναι της Πρέβεζας, της Φιλιππιάδας και του Φαναριού. Από τα ποτάμια του νομού ξεχωρίζουν ο Λούρος (που χύνεται στο Ιόνιο Πέλαγος).

Τουρισμός
Πολύ εύκολα θα βρεθείτε στις καταπληκτικές παραλίες (Αλωνάκι, Καλαμίτσι, Μύτικας, Μονολίθι, Καστροσυκιά, Αρτολίθια, Λυγιά, Βράχος, Λούτσα, Κερέντζα, Αμμουδιά, Λίχνος, Βάλτος) που αμόλυντες από την ανθρώπινη δραστηριότητα, απλώνονται σε μία έκταση 60 χιλιομέτρων. Σε όλο το μήκος τους υπάρχουν τουριστικές μονάδες και ενοικιαζόμενα δωμάτια στα χωριά και τους οικισμούς.
Ο νομός προσφέρει επίσης εναλλακτικές διαδρομές στο εσωτερικό, πεζοπορία στα στενά του ποταμού Αχέροντα, καθώς και διαδρομές με πλοιάρια στον ποταμό. Ο ποταμός Αχέροντας, απο τις πηγές μέχρι τις εκβολές του, δημιουργεί στο διάβα του μια εναλλαγή τοπίων με ιδιαίτερο οικολογικό και φυσιολατρικό ενδιαφέρον. Τόσο οι εκβολές του ποταμού όσο και τα στενά του συγκροτούν ένα αξιόλογο οικοσύστημα, που έχει ενταχθεί στις περιοχές προστασίας της φύσης του δικτύου ΦΥΣΗ 2000. Οι ημερήσιες εκδρομές στην Πρέβεζα, Πάργα, Παξούς, δίνουν στον επισκέπτη δυνατότητα για ενδιαφέρουσα παραμονή.

Τοποθεσίες

Ηγουμενίτσα

Γενικά
Πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας, μια από τις πιο αξιόλογες παραλίες της Ελλάδας. Η ανάπτυξη της άρχισε το 1937, όταν έγινε πρωτεύουσα του νομού. Από "Λιμήν Ερημος" όπως γράφει ο Θουκυδίδης, έγινε σήμερα μια σύγχρονη πόλη και ένας μεγάλος Ελλαδικός και Ευρωπαϊκός θαλάσσιος κόμβος. Συνδέεται με μεγάλα λιμάνια της Ιταλίας (Μπρίντεζι, Αγκώνα, Μπάρι, Οτράντο), της Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας, ενώ στο εσωτερικό συνδέεται καθημερινά με Κέρκυρα, Παξούς και Λευκίμη.

Ιστορία
Η πόλη απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό το 1913 στη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου. Μέχρι την αναγόρευσή της σε πρωτεύουσα του νομού Θεσπρωτίας το 1936 ήταν ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό με 500 κατοίκους. Καταστράφηκε εντελώς από το γερμανικό στρατό το 1944 κατά την αποχώρησή του από την Ελλάδα και ανοικοδομήθηκε εκ νέου στην ίδια θέση αυτή τη φορά με την όψη σύγχρονης πόλης. Όμως μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 μονό μικρά σκάφη μπορούσαν να ελλιμενιστούν στην Ηγουμενίτσα. Με την εκβάθυνση του λιμανιού και τη δημιουργία πορθμιακής γραμμής Ηγουμενίτσας-Κέρκυρας αρχικά και Ιταλίας-Ηγουμενίτσας από την άλλη η πόλη άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία.

Γεωγραφία
Η Ηγουμενίτσα είναι η πρωτεύουσα του Νομού Θεσπρωτίας, και το σημαντικότερο λιμάνι επικοινωνίας της Ελλάδας με τη δυτική Ευρώπη. Είναι χτισμένη στο βόρειο τμήμα του νομού Θεσπρωτίας, στο μυχό του ομώνυμου κόλπου και απέναντι από την Κέρκυρα. Συνδέεται οδικά με την υπόλοιπη χώρα και απέχει 480 χλμ. από την Αθήνα και 470 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη. Ο Δήμος Ηγουμενίτσας είναι ο μεγαλύτερος δήμος της Θεσπρωτίας. Έχει 11.608 κατοίκους και προήλθε από τη συνένωση των κοινοτήτων Λαδοχωρίου, Κρυόβρυσης, Μαυρουδίου, Αγίας Μαρίνης, Καστρίου, Γραικοχωρίου, Αγίου Βλασίου και Νέας Σελευκείας.

Τουρισμός
Η Ηγουμενίτσα είναι μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη που διατηρεί τις τοπικές της ιδιαιτερότητες. Στην Ηγουμενίτσα και τους γύρω οικισμούς πραγματοποιούνται πολιτιστικές και ψυχαγωγικές εκδηλώσεις όλη την περίοδο του καλοκαιριού με περιεχόμενο τη μουσική, το χορό, το θέατρο, τον κινηματογράφο, εικαστικές εκθέσεις, προβολές, θαλάσσια αθλήματα, παραδοσιακά πανηγύρια. Ξεχωριστό γεγονός αποτελεί το καρναβάλι της Ηγουμενίτσας και η Καθαρά Δευτέρα στον οικισμό Καστρί, όπου αναβιώνουν έθιμα που σώζονται εδώ και εκατοντάδες χρόνια.

Στην πόλη αξίζει να επισκεφθεί κανείς το δασύλλιο, όπου βρίσκονται τα ερείπια του τουρκικού κάστρου που κατέστρεψε το 1685 ο Ενετός Μοροζίνι. Οι επισκέπτες μπορούν να επισκεφτούν και να διανυκτερεύσουν στο εκπληκτικής φυσικής ομορφιάς κάμπινγκ Δρεπάνου με το πολιτισμένο περιβάλλον του. Από την πόλη ο επισκέπτης μπορεί να κάνει ημερήσιες εκδρομές προς τα παραλιακά χωριά Πλαταριά, Σύβοτα, Πέρδικα, Σαγιάδα καθώς και στους Φιλιάτες, Παραμυθιά, Σούλι, ποταμό Αχέροντα, Νεκρομαντείο, Πάργα, Κέρκυρα. Σπάνιο και ξεχωριστό είναι το τοπίο κατά μήκος του ποταμού Καλαμά.

Ιωάννινα

Γενικά
Σήμερα, η πόλη των Ιωαννίνων αποτελεί ένα ραγδαία αναπτυσσόμενο αστικό κέντρο, με βάση το εμπόριο, την υψηλή ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και την πολιτισμική της κληρονομιά. Σημαντική είναι η φήμη της στην αργυροχρυσοχοϊα. Ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να θαυμάσει το κάστρο, την λίμνη και το γραφικό νησί της, το Βυζαντινό Μουσείο, το Σπήλαιο στο Πέραμα, το Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων του Π. Βρέλλη στο Μπιζάνι και το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης με ιστορία από τον 3ο αιώνα π.Χ., όπου πραγματοποιούνται παραστάσεις αρχαίου ελληνικού δράματος.

Ιστορία
Η αρχή της ιστορίας της πόλης των Ιωαννίνων θεωρείται μέχρι σήμερα "σκοτεινή". Ο χρόνος ίδρυσης της πόλης, καθώς και η προέλευση της ονομασίας της είναι ζητήματα που δεν έχουν επιλυθεί.
Πρώτη μνεία της πόλεως έχουμε στα πρακτικά της "εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθείσης συνόδου" το 879μ.Χ. όπου υπογράφει και ο Ζαχαρίας Επίσκοπος Ιωαννίνης. Πρώτη σαφή ιστορική μαρτυρία έχουμε στο σίγγιλιο του Αυτοκράτορα Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου που εκδόθηκε το 1020μ.Χ. με το οποίο ορίζονται οι επισκοπές που υπάγονται στην Επισκοπή Αχρίδας. Από αυτό το σιγγίλιο συμπεραίνουμε ότι τα Γιάννενα υπήρχαν πολύ παλαιότερα από την εποχή των Βουλγάρων βασιλέων Συμεών(893-927μ.Χ.) και του διαδόχου του Πέτρου (927-969μ.Χ.). Στο "Σημείωμα περί οικήσεως τόπου" του Μητροπολίτη Ναυπάκτου Απόκακου με χρονολογία 1217 (μετά την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους σταυροφόρους - 1204), μνημονεύεται ρητώς ο ιδρυτής του Δεσποτάτου της Ηπείρου, Μιχαήλ Κομνηνός, ή Δούκας Μιχαήλ (1204 -1214 μ.Χ.) ως "τεκτηναμένου το των Ιωαννίνων πολίδιον και εις μόρφωσιν κάστρου αυτό αναγείραντος".
Επί των ημερών του Δεσπότη Μιχαήλ Κομνηνού, χτίζονται μεγάλα οχυρωματικά έργα στην πόλη, ο πληθυσμός αυξάνεται, γόνοι της σκορπισμένης βυζαντινής αριστοκρατίας ( Φιλανθρωπηνοί, Γαβριηλόπουλοι, Αψαράδες, κ.ά.) βρίσκουν άσυλο και μία περίοδος ακμής αρχίζει για τα Ιωάννινα. Η νέα αριστοκρατία των "καστρινών Ιωαννιτών" αποσπά αξιόλογα οικονομικά, διοικητικά και εκκλησιαστικά προνόμια διατηρώντας έτσι τον κυριαρχικό της ρόλο στην περιοχή ακόμη και της περιόδους διοικήσεως από ξένους δεσπότες και ηγεμόνες.. Στο Χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Παλαιολόγου (1319), πληροφορούμαστε ότι η πόλη ήταν σε πλήρη ακμή και οι Ιωαννίτες διενεργούσαν εμπόριο σε μεγάλη ακτίνα μέσα στα Βαλκάνια. Κατά το τέλος του 16ου αι. κατοικούσαν στα Γιάννενα 10000 οικογένειες ήτοι 50000 περίπου κάτοικοι και τον 16ο - 17ο αιώνα τα Γιάννινα έγιναν ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου της Βαλκανικής και των Παραδουνάβιων περιοχών.

Έτσι η πρωτεύουσα της Ηπείρου εξελίχθηκε νωρίς σε πόλη με μεγάλη εμπορική δραστηριότητα και αναπτύχθηκε τόσο ώστε τον 17 αι. ο Γάλλος Πρόξενος στη 'Aρτα, Benoit Garnier να σημειώνει ότι η πόλη ήταν "σχεδόν τόσο μεγάλη όσο και η Μασσαλία". Στους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους, εμφανίζεται η λειτουργία της σχολής των Φιλανθρωπινών στη Μονή του Αγίου Νικολάου του Σπανού, στο νησί της Λίμνης Παμβώτιδας των Ιωαννίνων. Οι υπάρχουσες χρονολογίες αναφέρονται σε συνεχή λειτουργία της Σχολής από τα τέλη του 13ου αι. μέχρι τις αρχές του 17ου αι. Ο Σπύρος Λάμπρος δίνει ακριβείς χρονολογίες από το 1282 έως το 1642.

Από τα μέσα του 17ου αι. χάριν στην οικονομική ανάπτυξη της Ηπείρου και την πρωτοβουλία των ξενιτεμένων Ηπειρωτών, τα Γιάννενα εξελίχθηκαν σε μεγάλο πνευματικό κέντρο. Η πόλη λόγω των γεωγραφικών, οικονομικών και πολιτισμικών σχέσεων με τη Βενετία, δέχονται πιο άμεσα τις πρωτοποριακές επιδράσεις του ελληνισμού της διασποράς γεγονός που αντανακλάται σε ολόκληρο το έργο της Σχολής του Επιφάνειου Ηγούμενου, Γιαννιώτη εμπόρου στη Βενετία που ίδρυσε το 1648 τη λεγόμενη "Μικρή" Σχολή.
Ας μην ξεχνάμε ότι για δύο αιώνες, τα μεγάλα Γιαννιώτικα τυπογραφεία της Βενετίας, των Γλυκάδων, του Δ. Σάρου, κ.α., τροφοδοτούν την Ήπειρο, και όχι μόνο, με έντυπο υλικό. Δύο από τους πρώτους διευθυντές της Σχολής που ανήκουν στους αναμφισβήτητους Προδρόμους της νεοελληνικής Επιστημονικής Έρευνας, είναι ο Μελέτιος Μήτρου ή Γεωγράφος, μαθητής της Σχολής και κατόπιν Μητροπολίτης Αθηνών που διηύθυνε τη Σχολή από το 1686 έως το 1692 και ο διάδοχός του Παρθένιος Κατσούλης, από το 1692 έως το 1696, πρωτοπόρος σε έρευνες λαογραφικού περιεχομένου. Με τη δεύτερη Σχολή που ιδρύεται το 1674, με τη χορηγία του εμπόρου Εμμανουήλ Γκιούμα, η οποία ονομάστηκε "Πρώτη" Σχολή Ιωαννίνων, εισάγονται οι θετικές επιστήμες και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις μιας πνευματικής επανάστασης που θα οδηγήσει στη χειραφέτηση της νεοελληνικής σκέψης. Ήδη, οδεύουμε προς μία σημαντική στιγμή στην ιστορία της νεοελληνικής παιδείας, στο πρώτο δράμα της ελευθεροφροσύνης στον ελληνικό χώρο.
Το 1742 η Σχολή του Επιφάνειου μετονομάζεται σε Μαρουτσαία προς τιμήν των ανακαινιστών των αδελφών Μαρούτση. Διευθυντής της Σχολής επιλέγεται ο Ευγένιος Βούλγαρης, ένας από τους κύριους εκπροσώπους του νεοελληνικού διαφωτισμού, οποίος ανακαινίζει ριζικά το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και διδάσκει μαθηματικά και φιλοσοφία. Στη δεκαετία του 1790 ο νεοελληνικός διαφωτισμός έφθασε στο κορύφωμά του. Φορέας του πνεύματος στα Ιωάννινα είναι ο Αθανάσιος Ψαλίδας.
Συνέχεια της Μαρουτσαίας Σχολής αποτελεί η Καπλάνειος Σχολή που ιδρύεται το 1805 από τον έμπορο στη Ρωσία Ζώη Καπλάνη. Τέλος, το 1828 οι αδελφοί Ζωσιμάδες ιδρύουν την περίφημη Ζωσιμαία Σχολή. Συμβολικά, τα Γιάννινα ήταν ένα από τα μεγάλα κέντρα του Διαφωτισμού στον Ελλαδικό χώρο.
Ο Παν. Κοδρίκας χαρακτήρισε την εποχή της σχολαρχίας του Ευγ. Βούλγαρη στη Μαρουτσαία Σχολή (1742 - 1746, 1750 - 1753) "ως δευτέραν εποχήν της αναγεννήσεως του Ελληνικού Γένος" και "νέον χρυσούν αιώνα της ηθικής του Γένους μας αναγεννήσεως". " Εις την πόλιν των Ιωαννίνων χρεωστεί η Ελλάς την αναγέννησιν της Παιδείας" λέει ο Κων. Κούμας.

Γεωγραφία
Η πόλη των Ιωαννίνων, με πληθυσμό που πλησιάζει τις 100.000 κατοίκους κτισμένη στις όχθες της λίμνης Παμβώτιδας, είναι η πρωτεύουσα της περιφέρειας της Ηπείρου. Βρίσκεται σε απόσταση 435 χλμ. βορειοδυτικά της Αθήνας, 350 χλμ. νοτιοδυτικά της Θεσσαλονίκης και 95 χλμ. ανατολικά του λιμένα της Ηγουμενίτσας. Σε σχετικά μικρή απόσταση από την πόλη ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τόσο το φυσικό κάλος της ορεινής Ηπείρου όσο και τις υπέροχες παραλίες του Ιονίου πελάγους.

Τουρισμός
Η πόλη των Ιωαννίνων, με πληθυσμό που πλησιάζει τις 100.000 κατοίκους κτισμένη στις όχθες της λίμνης Παμβώτιδας, είναι η πρωτεύουσα της περιφέρειας της Ηπείρου. Βρίσκεται σε απόσταση 435 χλμ. βορειοδυτικά της Αθήνας, 350 χλμ. νοτιοδυτικά της Θεσσαλονίκης και 95 χλμ. ανατολικά του λιμένα της Ηγουμενίτσας. Σε σχετικά μικρή απόσταση από την πόλη ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τόσο το φυσικό κάλος της ορεινής Ηπείρου όσο και τις υπέροχες παραλίες του Ιονίου πελάγους.Μία πρώτη αναφορά στην πόλη των Ιωαννίνων γίνεται το 527 μ.Χ. από τον ιστορικό Προκόπιο, ο οποίος περιγράφει την ίδρυση της πόλης, της νέας Ευροίας. Όμως το όνομα Ιωάννινα εμφανίζεται για πρώτη φορά&a

ΑΡΤΑ


                               ΑΡΤΑ

Πρωτεύουσα, συγκοινωνιακός κόμβος, καθώς και εμπορικό και διοικητικό κέντρο του ομώνυμο Νομού. Η πόλη είναι διάσπαρτη με αρχαιότητες και γεμάτη ζωή, με ευχάριστους πεζοδρόμους, μοντέρνα εμπορικά καταστήματα, καφέ και μπαράκια.
Χτισμένη στις παρυφές του λόφου της Περάνθης, στις όχθες του ποταμού Άραχθου (από τον οποίο αρδευόταν η αρχαία Αμβρακία), η Άρτα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το διεθνώς διάσημο γεφύρι της. Ο θρύλος θέλει εντοιχισμένη στα θεμέλιά του τη γυναίκα του πρωτομάστορα. Μετά τη λεηλασία της από τους Ρωμαίους, το 168 π.Χ., οι κάτοικοί της κατέφυγαν στη Νικόπολη. Έχει διατελέσει πολλές φορές πρωτεύουσα, ενώ ως αρχαία Αμβρακία υπήρξε πρωτεύουσα του κράτους του βασιλιά των Μολοσσών, Πύρρου. Το 1204 έγινε πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και γνώρισε μεγάλη ακμή. Aπέχει 370 χλμ. βορειοδυτικά από την Aθήνα (μέσω Pίου-Aντιρρίου) και 444 χλμ. νοτιοδυτικά από τη Θεσσαλονίκη.
Περιήγηση στην Άρτα:
Στο περιώνυμο γεφύρι της Άρτας, διάσημο για τη μοναδική αρχιτεκτονική του, που ενώνει τις όχθες του Άραχθου. Χτίστηκε στα χρόνια του Δεσποτάτου της Ηπείρου και έχει μήκος 145 μ.
Στα τμήματα των τειχών της αρχαίας Αμβρακίας.
Στο βυζαντινό κάστρο (13ου αι.), όπου κατά την Τουρκοκρατία φυλακίστηκε ο στρατηγός κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, Γ. Μακρυγιάννης με τους συντρόφους του.
Στο υπαίθριο δημοτικό θέατρο, κοντά στην είσοδο του κάστρου, όπου υψώνεται και ο πύργος του ρολογιού.
Στο Λαογραφικό Μουσείο Σκουφά, στο δυτικό τμήμα του γεφυριού, σε ιδιόκτητο νεοκλασικό οίκημα του 1864.
Στο Ιστορικό Μουσείο Σκουφά.
Στην πλατεία Εθνικής Αντίστασης. Τόπος συγκέντρωσης των κατοίκων με εμπορικά καταστήματα, καφέ και μπαράκια.
Στην εκκλησία της πολιούχου Αγίας Θεοδώρας, αξιόλογο βυζαντινό μνημείο (13ου αι.).
Στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου, μονόκλιτη βασιλική (14ου αι.).
Στην εκκλησία της Παναγίας της Παρηγορίτισσας (13ου αι.), από τις σημαντικότερες βυζαντινές εκκλησίες του ελλαδικού χώρου. Στην τράπεζά της στεγάζεται η αρχαιολογική συλλογή της πόλης.
Στη βιβλιοθήκη του συλλόγου «Σκουφάς».
Στο δημοτικό εκθεσιακό κέντρο.
Στο συνεδριακό κέντρο «Διώνη».
Στο Φαΐκ Τζαμί, πτωχοκομείο του 15ου αι., που περιστοιχίζεται από αιωνόβια δέντρα.
Στο δάσος του λόφου της Περάνθης, όπου λειτουργεί τουριστικό περίπτερο.
Στη Μονή Κάτω Παναγιάς (13ου αι.), στους πρόποδες του λόφου.
Δραστηριότητες
  • Ιαματικά μπάνια στις οργανωμένες ιαματικές πηγές Χανοπούλου, κατάλληλα για δερματικές, γυναικολογικές και αρθριτικές παθήσεις.
  • Πεζοπορία.
  • Ποδήλατο.
Αξίζει να περιηγειθείτε:
Στη Γραμμενίτσα, 4 χλμ. βόρεια, μέσα στους ελαιώνες και τα εσπεριδοειδή, με όμορφη θέα στην Άρτα. Στο χωριό Βλαχέρνα υπάρχει η εκκλησία της Παναγίας της Βλαχέρνας, του 12ου αι., με δύο τάφους όπου είναι θαμμένοι πιθανόν δεσπότες της Ηπείρου. Στο κοντινό φράγμα του υδροηλεκτρικού σταθμού του Πουρναρίου δημιουργήθηκε η ομώνυμη γραφική τεχνητή λίμνη.
Στο Πέτα, 8 χλμ. ανατολικά, χωριό με παραδοσιακά σπίτια, χτισμένο αμφιθεατρικά σε λόφο με θέα στην πόλη της Άρτας. Αξίζει να επισκεφθείτε την τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Γεωργίου (18ου αι.), στην όμορφη πλατεία με τα πλατάνια και τα παραδοσιακά καφενεία, όπου μπορείτε να δοκιμάσετε ντόπιο τσίπουρο και λικέρ. Στο Μοναστήρι της Παναγίας (18ου αι.), θα δείτε ένα μικρό χρυσοκέντητο επιτάφιο του 1643, δύο επίχρυσες λειψανοθήκες και ευαγγέλιο του 1833.
Στην Aνέζα, 12 χλμ. νοτιοδυτικά, κωμόπολη χτισμένη σε κοιλάδα με πολλά υδρόβια πουλιά. Θα δείτε ερείπια οχυρωματικού κτίσματος της αρχαίας Αμβρακίας στον όρμο του Φιδόκαστρου.
Στο Kομπότι, 14 χλμ. νοτιοανατολικά, κωμόπολη χτισμένη σε περιοχή με ελαιόδεντρα, με αρκετά παραδοσιακά λιθόκτιστα σπίτια και δημόσια κτίρια. Είναι πατρίδα ενός από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, του Νικολάου Σκουφά. Περίφημη είναι η εκκλησία του Αγ Γεωργίου, του 1741.
Στο Kομμένο, 16 χλμ. νοτιοανατολικά. Πεδινό γεωργικό χωριό κοντά σε μικρό ποτάμι που εκβάλλει στη λιμνοθάλασσα του Αμβρακικού Κόλπου.
Στον Αμμότοπο, 17,5 χλμ. βορειοδυτικά, όπου θα δείτε τα ερείπια του αρχαίου οικισμού Ορράον.
Κορφοβούνι
Το χωριό παλαιά είχε σλάβικο όνομα όπως και τα περισσότερα στην περιοχή μας.
Το ονομά του ήταν Μπρένιτσα ή Μπρένιστα ή Μπρενίστα ή Μπρεσνίτσα.
Μετονομάστηκε το 1927 όπως και πολλά άλλα χωριά της περιοχής και πήρε το σημερινό όνομα Κορφοβούνι.
Το υψόμετρο στην πλατεία είναι γύρω στα 560 μέτρα.
Η οδική απόσταση από την πόλη της Άρτας είναι 14 χλμ.
Το χαρακτηριστικό του είναι ότι έχει πολύ μεγάλη έκταση 28,476 τ.χλμ περίπου και είναι πολύ αραιοκατοικημένο σε σχέση με την έκταση που καταλαμβάνει.
Οικισμοί του χωριού μας, (κέντρο) Κορφοβουνίου, Έλατος, Δάφνη, Δρυώνα, Ρουμάνια.
Όλο το ανατολικό κομμάτι του χωριού είναι παραλίμνιο με μοναδικές φυσικές ομορφιές κοντά στην λίμνη,με δύο οδικές προσβάσεις δύσκολες βέβαια,αλλά φτάνεις μέχρι στις όχθες της λίμνης.
Στην απογραφή του 1991 ειχε 1036 κάτοικους,του 2001 οι κάτοικοι που απογράφηκαν ήταν 910 (273 στο Κορφοβούνι, 45 η Δάφνη, 75 η Δρυώνα, 475 ο Έλατος, 42 τα Ρουμάνια).
Στην νέα απογραφή που έγινε το 2011 οι κάτοικοι που απογράφηκαν ήταν σύμφωνα με την στατιστική υπηρεσία, 648 (159 στο Κορφοβούνι (κέντρο), Δάφνη 31, στον Έλατο 407, στην Δρυώνα 35, Ρουμάνια 16 κάτοικοι